Live Virtual Group Session: 3pm EDT June 14th 2020

Thank you to everyone who joined us for this session!

With participants from Bahrain, Calgary, Massachusetts, Northern Ontario, Norwich, England, Pennsylvania, San Francisco and more, we began by looking at a video of Maya Angelou reciting –or more accurately, performing her poem, “We Wear the Mask.”  The video begins with her explaining that the poem was written to honor a maid she routinely encountered on a city bus, whose seeming-laugh Angelou recognized as “that survival instinct.”  Her poem draws, she explained, upon Paul Laurence Dunbar’s 1892 poem of the same name.  Despite the wonkiness of the video reception on Zoom, we were all deeply affected, as we went on to read the poem silently to ourselves.  Participants remarked on Angelou’s moving and emotional presentation, noting their initial reticence to react, which was perhaps due to the personal and emotional impact of the piece, a deference to or in reverence of the recitation, or the feeling that one needed to “meet the challenge” of its presentation.  As we proceeded, the responses to both the performance and the written word took us into the complexity of laughter as a human response, how it can express irony, submission, defiance, self-protection   –and what it can conceal.  The on-goingness of racial suffering and the presence of generational trauma expressed in the poem were observed, “There in those pleated faces/I see the auction block,” as was and the poem’s final note of gratitude to those who wore a mask of submission, “From living on the edge of death/They kept my race alive”.

The responses to the prompt, “Write about the last mask you encountered,” were stunning in their depth, and seemed to answer the poem in a way.  Participants bravely experimented in their writing and gave voice to both individual and community experiences, of feeling marginalized and adjusting personal behavior, to navigate spaces that at times may not accept their identities.  It was a remarkable session! 

Participants are warmly encouraged to share what you wrote below (“Leave a Reply”), to keep the conversation going here, bearing in mind that the blog of course is a public space where confidentiality is not assured.

Please join us for our next session Monday, June 15th at 6pm EDT, with more times listed on our Live Virtual Group Sessions page.

We look forward to seeing you again soon!

We Wear the Mask
BY Maya Angelou

We wear the mask that grins and lies,
It shades our cheeks and hides our eyes,—
This debt we pay to human guile;
With torn and bleeding hearts we smile,
And mouth with myriad subtleties.

Why should the world be over-wise,
In counting all our tears and sighs?
Nay, let them only see us, while
We wear the mask.

We smile, but, O my God, our tears
To thee from tortured souls arise.
And we sing, but oh the clay is vile
Beneath our feet, and long the mile;
But let the world think otherwise,
We wear the mask!

When I think about myself,
I almost laugh myself to death,
My life has been one great big joke,
A dance that’s walked,
A song was spoke,
I laugh so hard, I almost choke,
When I think about myself.

Seventy years in these folks’ world.
The child I works for calls me "girl";
I say, “Yes ma’am,” for working’s sake.
I'm too proud to bend
And too poor to break,
So, I laugh, until my stomach ache,
When I think about myself.

My folks can make me split my side,
I laughed so hard, I nearly died.
The tales they tell, sound just like lyin',
They grow the fruit, but eat the rind.
I laugh, until I start to cryin',
When I think about myself,
And my folks, and the little children.

My Fathers sit on benches,
Their flesh count every plank,
The slats leave dents of darkness
Deep in their withered flank,

And they nod, like broken candles,
All waxed and burnt profound
They say 'But, Sugar, it was our submission
That made your world go round.'

There in those pleated faces
I see the auction block,
The chains and slavery's coffles,
The whip and lash and stock.

My Fathers speak in voices
That shred my fact and sound,
They say, 'But Sugar, it was our submission
And that made your world go round.'

They've laughed to shield their crying ,
They shuffled through their dreams
They step 'n' fetched a country
And wrote the blues in screams.

I understand their meaning,
It could and did derive,
From living on the ledge of death,
They kept my race alive.

By wearing the mask.

Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 14 Ιουνίου, 8 m.m. EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

Το κείμενό μας για σήμερα ήταν: Αντόν Τσέχωφ, “Ο Θείος Βάνιας

Θέμα: Γράψτε για τη φορά που ξύπνησαν μέσα σας αισθήματα

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

(Κήπος. Φαίνεται μέρος του σπιτιού με τη βεράντα. Στην αλέα, κάτω από μια γέρικη λεύκα, τραπέζι στρωμένο για τσάι. Πάγκοι και καρέκλες κήπου. Πάνω στον πάγκο ακουμπισμένη μια κιθάρα. Λίγο πιο πέρα από το τραπέζι, μια κούνια. Ώρα περίπου τρεις το απόγευμα. Συννεφιά. Η Μαρίνα, μια παχιά, δυσκίνητη γριούλα, κάθεται κοντά στο σαμοβάρι και πλέκει μια κάλτσα. Ο Αστρώφ πηγαινοέρχεται στην αλέα κοντά της)

ΜΑΡΙΝΑ. (Βάζει τσάι σ’ ένα ποτήρι) Έλα πιες, καλέ μου.

ΑΣΤΡΩΦ. (Παίρνει ανόρεχτος το ποτήρι) Δεν έχω και πολλή όρεξη.

ΜΑΡΙΝΑ. Μήπως μια σταλίτσα βότκα;

ΑΣΤΡΩΦ. Μπα! Δεν πίνω κάθε μέρα βότκα. Είναι κι αυτή η κουφόβραση. (Παύση) Αλήθεια, νένα, πόσα χρόνια γνωριζόμαστε;

ΜΑΡΙΝΑ. (Σκέφτεται) Πόσα; Θεέ μου, πού να θυμάμαι… Εσύ ήρθες στα μέρη μας… μα, πότε ήτανε; Ζούσε ακόμα η Βέρα Πετρόβνα, η μητέρα της Σόνιεσκας. Τους δυο πρώτους χειμώνες που ερχόσουνα στο σπίτι μας, εκείνη ζούσε ακόμα… Δηλαδή, έχουνε περάσει τουλάχιστο έντεκα χρόνια… (Σκέφτεται για μια στιγμή) Μπορεί και παραπάνω…

ΑΣΤΡΩΦ. Έχω αλλάξει πολύ από τότε;

ΜΑΡΙΝΑ. Ουού, βέβαια! Τότε ήσουνα νέος και ωραίος, τώρα έχεις γεράσει. Δεν είσαι πια όμορφος, όπως τότε. Είναι και το άλλο – είναι και η βότκα τώρα.

ΑΣΤΡΩΦ. Ναι… μέσα σε δέκα χρόνια έχω γίνει άλλος άνθρωπος. Γιατί; Γιατί δούλεψα πολύ σκληρά, νένα. Απ’ το πρωί ως το βράδυ στο πόδι είμαι – δεν ξέρω τι θα πει ξεκούραση. Και τη νύχτα, ψόφιος κάτω απ’ τα σκεπάσματα, να φοβάμαι μήπως μ’ αγγαρέψουνε για κανέναν άρρωστο. Όλα αυτά τα χρόνια που σε ξέρω και με ξέρεις, δεν είχα ούτε μια μέρα δικιά μου. Πώς να μη γεράσω! Άλλωστε, κι η ζωή που κάνουμε – πλήξη, ανία, βρομιά… Σε ρουφάει στο τέλμα της μια τέτοια ζωή. Γύρω σου, παντού, κάτι αλλόκοτοι άνθρωποι – πολύ αλλόκοτοι, όλοι τους. Κι όταν ζήσεις μαζί τους ένα δυο χρόνια, γίνεσαι αλλόκοτος κι εσύ, χωρίς να το καταλάβεις. Είναι η μοίρα σου, δεν μπορείς να ξεφύγεις. (Στρίβοντας τα μακριά μουστάκια του) Κοίτα πόσο τ’ άφησα τα μουστάκια μου… Γελοία μουστάκια! Έχω γίνει ιδιόρρυθμος, νένα… Όμως, δόξα τω Θεώ, δεν έχω χαζέψει ακόμα! Τα έχω τα μυαλά μου, όμως τα αισθήματά μου λες κι έχουν νεκρωθεί. Δεν έχω επιθυμία για τίποτα, δεν νιώθω τίποτα, δεν αγαπάω κανέναν. Εκτός από σένα, ίσως, – ναι, εσένα σου ‘χω ακόμα αδυναμία. (Τη φιλάει στα μαλλιά) Όταν ήμουνα παιδί, είχα κι εγώ μια νταντά σαν κι εσένα.

ΜΑΡΙΝΑ. Δεν θα φας κάτι;

ΑΣΤΡΩΦ. Όχι. Ξέρεις, τη μεγάλη Σαρακοστή πήγα στο Μαλίτσκοϊε – η Τρίτη βδομάδα ήταν, θυμάμαι, τότε που είχε πέσει η επιδημία. Εξανθηματικός τύφος… Μέσα στα καλύβια μουζίκοι στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον… Βρόμα, δυσωδία, θολούρα… Και τα μοσχάρια στο πάτωμα, ανάκατα με τους ανθρώπους… και τα μικρά γουρούνια, κι αυτά στη μέση. Παιδεύτηκα όλη μέρα, ούτε στιγμή δεν στάθηκα και δεν έβαλα μπουκιά στο στόμα. Αλλά κι όταν γύρισα στο σπίτι, δεν πρόλαβα να πάρω ανάσα. Μου φέραν έναν εργάτη από τους σιδηροδρόμους. Τον ξάπλωσα στο κρεβάτι να τον χειρουργήσω, κι αυτός μου πέθανε στα χέρια, την ώρα που του έδινα τη νάρκωση. Και τότε ακριβώς, πάνω στην κακιά την ώρα, ξύπνησαν μέσα μου τα αισθήματά μου κι η συνείδησή μου άρχισε να με βαραίνει, λες και τον είχα σκοτώσει εγώ επίτηδες… Κάθισα, έκλεισα τα μάτια – να, έτσι, και βυθίστηκα σε σκέψεις. Αυτοί που εμείς σήμερα τους ανοίγουμε το δρόμο, θα μας θυμούνται άραγε; Θα λεν’ έναν καλό λόγο και για μας; Όχι, νένα, δεν θα μας θυμούνται, και να το ξέρεις.

ΜΑΡΙΝΑ. Και να μη μας θυμούνται οι άνθρωποι, θα μας θυμάται ο Θεός.

ΑΣΤΡΩΦ. Έτσι μπράβο! Καλά το είπες.

Αντόν Τσέχωφ. Ο Θείος Βάνιας (Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές)