Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 19 Ιουνίου, 7:30 μ.μ. EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

μουσική: Μάνος Χατζηδάκις, Το Bαλς των Xαμένων Oνείρων

θέμα: η μελωδία των ονείρων

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey



Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 5 Ιουνίου, 7:30 μ.μ. EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

κείμενο: Μένης Κουμανταρέας, Βιοτεχνία Υαλικών (1975)

θέμα: Επιστρέφοντας στο σπίτι / Μετά τη δουλειά

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


ΜένηςΚουμανταρέας, Βιοτεχνία Υαλικών (1975)

Σάββατο βράδυ, η Μπέμπα Ταντή κατηφόριζε την Πειραιώς φορτωμένη τιμολόγια και αποδείξεις. Ένιωθε άκεφη και κουρασμένη. θα προτιμούσε να τριγύριζε με τα χέρια ελεύθερα σαν άντρας. Από τότε που κληρονόμησε το μαγαζί του πατέρα της κι αποφάσισε να πάρει σύζυγο και συνεταίρο, έχασε το βάδισμα του νέου κοριτσιού, το στήθος της είχε μεγαλώσει, τα μαλλιά της θαμπώσει.

Το μαγαζί, η μικρή βιοτεχνία υαλικών, στεγαζόταν στο ισόγειο ενός δίπατου σπιτιού, στη συμβολή Πειραιώς και Ιεράς Οδού, εκεί όπου παλιότερα ήταν η λαχαναγορά και τώρα ο δήμος είχε φυτέψει ένα παρκάκι. Ακριβώς απέναντι, κάπου τριάντα στρέμματα τοιχισμένα, βρισκόταν το Γκάζι. Μέσα από τους λέβητες και τις καμινάδες οι ατμοί ανέβαιναν τυλίγοντας το τετράγωνο σε ομίχλη, και το συρματόπλεγμα, γύρω, θύμιζε Κατοχή. Από τότε μάλιστα που στην πύλη φύλαγε βάρδια με τους πολίτες κι ένας φαντάρος, της φαινόταν πως από ώρα σε ώρα ένα κύμα βίας θα ξεσπούσε στην πόλη. Τάχυνε το βήμα της και χωνόταν στο μαγαζί.

Τα ρολά μισόκλειστα, αναγκάζοταν να σκύψει για να περάσει. Κάτω από τη σύναξη των πολυελαίων η Μπέμπα Ταντή αντίκριζε τον άντρα της καθισμένο σ’ ένα γραφείο από φορμάικα, το πρόσωπο σκυμμένο στους λογαριασμούς, τα πόδια μαζεμένα κάτω από την καρέκλα. Τους κροτάφους φώτιζαν ασημένιες τούφες και ανάμεσα τρεμόπαιζαν κάτι άρρωστες φλεβίτσες. ‘φηνε την τσάντα της παράμερα και καθόταν κοντά του.

Μιλούσαν για τις τελευταίες παραγγελίες, τοποθετούσαν κατά ημερομηνία τα γραμμάτια, έκλειναν ταμείο. Έπειτα κατέβαζαν τα ρολά και με βήμα αργό ξεκινούσαν για το σπίτι. Κατοικούσαν λίγα τετράγωνα παρακάτω. Τραβούσαν μεσ’ από τα στενά του Ρούφ, σταματώντας η Μπέμπα να ισιώσει την κάλτσα της, ο Βλάσης ν’ αγοράσει τσιγάρα.

Φτασμένοι σπίτι, ο Βλάσης βούλιαζε στην πολυθρόνα, η Μπέμπα ξυπολιόταν και, μ’ ένα άνοιγμα του φερμουάρ, άφηνε τη φούστα της να κυλήσει μπρος στον καθρέφτη. . . .

 Όση ώρα η Μπέμπα άλλαζε φόρεμα, αφήνοντας τα μαύρα της μαλλιά ξέπλεκα μες στον καθρέφτη, ο Βλάσης άλλαζε κανάλι στην τηλεόραση, σταθμεύοντας στις ειδήσεις. Ήταν αυτές, κάθε βράδυ, κομμένες και ραμμένες στα ίδια μέτρα, και μόνο αραιά και που το βλέμμα του ζωήρευε όταν άκουγε για κάποιο πραξικόπημα, μολονότι κι αυτά, τον τελευταίο καιρό, είχαν καταντήσει κοινός τόπος. Με κινήσεις αργές φορούσε τα βραδινά της, φώναζε τον Βλάση να της κλείσει το φερμουάρ, εκείνος έπαιρνε τα κλειδιά του σπιτιού, εκείνη του αυτοκινήτου, έμπαιναν στη μικρή Σκόντα κι η Μπέμπα καθόταν στο τιμόνι.


Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 22 Μαΐου, 7:30 μ.μ. ΕΕSΤ

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

κείμενο: Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί (απόσπασμα)

θέμα: Αυτός ο κόσμος…

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί.  Απόσπασμα από τον τρίτο ύμνο της Γενέσεως (Ίκαρος, 1959)

          Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα
          Και είδα και θαύμασα
Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα

και ομοίωσή μου:
  Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
  και γαλήνιοι αμφορείς
  και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος
«Κάθε λέξη κι από ‘να χελιδόνι
για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» είπε
Και πολλά τα λιόδεντρα
          που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
          κι ελαφρό ν’ απλώνεται στον ύπνο σου
και πολλά τα τζιτζίκια
          που να μην τα νιώθεις
          όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
αλλά λίγο το νερό
          για να το ‘χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
          χωρίς κοπάδι
          για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα

φτενό στα πόδια σου το χώμα
          για να μην έχεις πού ν’ απλώσεις ρίζα
          και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός
         για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη.

  ΑΥΤOΣ
  ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!


Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 8 Μαΐου, 7:30 μ.μ. ΕΕSΤ

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

κείμενο: “Κάτι θα γίνει, θα δεις” (Χρήστος Οικονόμου)

θέμα: Γράψτε για τη φορά που (δεν) διστάσατε

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Χρήστος Οικονόμου, απόσπασμα από το διήγημα «Κάτι θα γίνει θα δεις» (Κάτι θα γίνει, θα δεις: Διηγήματα. Πόλις, 2010)

Κατά τις έντεκα κάνω διάλειμμα για τσιγάρο οπότε μπαίνει η Ρίτα φουριόζα στο θάλαμο και μου λέει καλά δεν θα το πιστέψεις αυτό που έγινε θα πάθεις πλάκα. Τι έγινε, της λέω. Σου ζήτησε γιατρός να βγείτε; Την ξέρεις τώρα τη Ρίτα πώς μεγαλοπιάνεται καημό το ‘χει από μικρή να βρει γιατρό ή στρατιωτικό. Κόφ’ την πλάκα μου λέει και δώσε βάση. Πριν λίγο κουβάλησαν με τ’ ασθενοφόρο ένα ζευγάρι απ’ τον Κορυδαλλό. Μια δικιά μας κι έναν ξένο. Βούλγαρος Ρουμάνος δεν κατάλαβα. Νεαροί είναι ζευγαράκι. Αυτός είναι φυλακισμένος κι αυτή πήγε να τον δει στο επισκεπτήριο. Αυτός είναι να τον στείλουν σε λίγες μέρες στη χώρα του, πώς το λένε να τον εκδώσουν. Που λες την ώρα του επισκεπτηρίου βγάζει η κοπελίτσα από κάπου μια κόλλα μια λόγκο ξερωγώ και πασαλείβεται και τσουπ κολλάνε τα χέρια τους. Κατάλαβες. Για να μείνουν πάντα μαζί για να μη χωρίσει ποτέ απ’ τον καλό της. Απίστευτο; Κόλλησαν τα χέρια τους με λόγκο για να μη χωρίσουν. … Άκου ρε φιλενάδα τι γίνεται στον κόσμο. Τρελό δεν είναι; Και τώρα τους κουβάλησαν εδωπέρα για να τους ξεκολλήσουνε οι γιατροί τα χέρια. Τους πήγαν πάνω στον δεύτερο. Ξέρεις σ’ εκείνο το θάλαμο για τους φυλακισμένους. Έχουν βάλει κι ένα αστυφύλακα να φυλάει καραούλι. Τώρα δα έγινε. … Τίποτα ναρκομανείς θα ‘ναι πάω στοίχημα. Κουνήσου απ’ τη θέση σου κορίτσι μου μακριά από μας τέτοια πράγματα. […]

Παίρνω τους κουβάδες και τις σκούπες κι ανεβαίνω πάνω στον δεύτερο. Δεν ξέρω τι μ’ είχε πιάσει. Ήθελα να τους δω. Ήθελα να δω πώς είναι ήθελα να τους δω. Κείνος ο θάλαμος που σου λέω για τους φυλακισμένους είναι στο βάθος του διαδρόμου δίπλα στις τουαλέτες. Πράγματι μπροστά στην πόρτα κάθεται ένας αστυνομικός νεαρός και καπνίζει και παίζει με το κινητό του.  Με βλέπει που πλησιάζω με τα σύνεργα και λέω πως δεν θα μ’ αφήσει να μπω — με κοιτάει στραβά απ’ την κορφή στα νύχια. Μ’ αφήνει να περιμένω λίγο κι ύστερα κουνάει το χέρι του σα να διώχνει καμιά μύγα απ’ τη μύτη του.

Ο θάλαμος έχει σιδερένια πόρτα με λουκέτο κι ένα κρεβάτι μονό κι ένα παράθυρο με κάγκελα και σήτα. Σωστό κελί. Δεν καθαρίζουμε συχνά εκεί μέσα. Εγώ ζήτημα είναι να ‘χω μπει δυο τρεις φορές. Ο νεαρός είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Γυμνός απ’ τη μέση και πάνω έχει τα μάτια κλειστά και το δεξί χέρι στο στήθος. Το αριστερό του χέρι είναι ενωμένο με το δεξί χέρι της κοπέλας που κάθεται δίπλα του στην άκρη του κρεβατιού και κοιτάει απ’ το παράθυρο. Τις παλάμες τους δεν μπορώ να τις δω γιατί είναι τυλιγμένες με γάζες. Καλά το ‘πε η Ρίτα παιδιά είναι. Όχι πάνω από εικοσιδυό χρονώ. Αλλά δεν μοιάζουν για ναρκομανείς — το κορίτσι τουλάχιστο. Με το που μπαίνω αυτός ανοίγει τα μάτια του και με κοιτάει ζαβλακωμένος κι ύστερα αναστενάζει και τα ξανακλείνει. Το κορίτσι όμως χαμογελάει κι ανασηκώνεται. Στρώνει με το ελεύθερο χέρι τη φούστα της που έχει ανεβεί ψηλά πάνω απ’ τα γόνατα. Τα μάγουλά της κατακόκκινα. 

Συγνώμη για την ενόχληση, λέω. Δε θα’ αργήσω. Αρχίζω να καθαρίζω με το πάσο μου δε βιάζομαι καθόλου. Έτσι κι αλλιώς τι να καθαρίσεις εκεί μέσα. Στο μεταξύ όλο και ρίχνω καμιά ματιά να δω τι κάνουν. Σκέφτομαι να πω κάτι. Σκέφτομαι να τη ρωτήσω αν είναι καλά τι τους είπαν οι γιατροί πόσες μέρες θα τους κρατήσουν στο νοσοκομείο αν θα τους κάνουν εγχείρηση τέτοια πράγματα. Θέλω να τη ρωτήσω αν ήτανε δικιά της ιδέα να κολλήσουν τα χέρια τους και τι κόλλα έβαλε και τι έκαναν οι φύλακες όταν την πήραν είδηση. Τη χτύπησαν την έβρισαν; Ένα σωρό πράγματα θέλω να τη ρωτήσω. Φοβάμαι όμως μη μ’ ακούσει ο άλλος απ’ έξω και με διώξει. Άσε κιόλας λέω που μπορεί να μην έχει όρεξη για κουβέντες. Δε της φτάνουν τα δικά της να ‘χει τώρα και μια καθαρίστρια μια ξένη να τριγυρνάει στα πόδια της και να ρωτάει τι και πώς και γιατί.

Καθώς σφουγγαρίζω ακούω το νεαρό να μουρμουρίζει κάτι. Το κορίτσι σκύβει και του χαϊδεύει το μέτωπο και τα μαλλιά. Ύστερα γυρίζει και με ρωτάει ψιθυριστά αν έχω τσιγάρα. Πώς βέβαια λέω κι εγώ ψιθυριστά και βγάζω το πακέτο μου. Παίρνει ένα τ’ ανάβει και το βάζει στο στόμα του νεαρού. Της λέω με νοήματα να κρατήσει το πακέτο. Κρατήστε το της λέω έχω κι άλλο κάτω. Τη ρωτάω αν χρειάζονται τίποτα άλλο. Άμα θέλει να φωνάξω καμιά νοσοκόμα ή να φέρω λίγο νερό ή τίποτα να τσιμπήσουν απ’ την καντίνα. Της λέω στα κρυφά πάντα πως έχω φέρει γεμιστά απ’ το σπίτι και φέτα και ψωμί μα δεν ξέρω αν θα μ’ αφήσει ο φύλακας να τους τα δώσω.

Εντάξει είμαστε μου λέει με χαμόγελο και κοκκινίζει κι άλλο. Ευχαριστούμε πολύ. Εντάξει είμαστε. Ευχαριστούμε.  

Και τότε γίνεται κάτι παράξενο. Έτσι όπως μιλάμε με ψουψουψού και νοήματα μου απλώνει το χέρι. Εγώ τώρα δεν ξέρω γιατί διστάζω. Δεν ξέρω γιατί αλλά διστάζω να πιάσω το χέρι της. Αλήθεια. Στέκομαι σα ζωντόβολο εκεί πέρα με τη σφουγγαρίστρα και κοιτάω το χέρι που είναι απλωμένο προς το μέρος μου. Μια σταλιά είναι. Ένα χεράκι τοσοδά άσπρο και αδύνατο.

Το κορίτσι χαμογελάει αλλά είναι λιγάκι στραβό το χαμόγελό της. Ξέρεις όπως όταν σου κάνει ένεση ο οδοντίατρος και το στόμα σου πρήζεσαι και μουδιάζει. Ύστερα σκύβει μπροστά και —

Μη φοβάστε μου λέει ψιθυριστά. Δεν έχω βάλει κόλλα. 


Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 27 Μαρτίου, 7:30 μ.μ. ΕΕΤ

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

κείμενο: Η αυλή των θαυμάτων (Ιάκωβος Καμπανέλλης)

θέμα: Γράψτε για τη φορά που δεν κατανοήσατε/δεν γίνατε κατανοητοί από κάποιον.

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Απόσπασμα από το θεατρικό έργο Η Αυλή των θαυμάτων του Ιάκωβου Καμπανέλλη (1957)

Το έργο αρχίζει ένα σούρουπο στις αρχές του καλοκαιριού. Η ΜΑΡΙΑ κάθεται σ ένα πεζούλι δεξιά και κεντά ένα τραπεζομάντιλο. Η ΒΟΥΛΑ έχει στηρίξει στην ξύλινη σκάλα ένα καθρέφτη και κόβει μονάχη τα μαλλιά της. Στο παράθυρο του σπιτιού του ΙΟΡΔΑΝΗ ο γιος του ο ΓΙΑΝΝΗΣ διαβάζει ένα βιβλίο. Ο ΙΟΡΔΑΝΗΣ μ’ ένα μπόγο στρωσίδια στον ώμο έρχεται απ’ το βάθος κι ανεβαίνει στην ταράτσα…

ΒΟΥΛΑ: Γιάννη…

ΓΙΑΝΝΗΣ: Ε;

ΒΟΥΛΑ: Ο μπαμπάς σου ανεβαίνει στο αστεροσκοπείο…

ΜΑΡΙΑ: Ώρα του είναι, ο ήλιος έγειρε.

ΓΙΑΝΝΗΣ δε μιλά. Ο ΙΟΡΔΑΝΗΣ απλώνει στην ταράτσα τα στρωσίδια του. Η ΒΟΥΛΑ πλησιάζει τη ΜΑΡΙΑ).

ΒΟΥΛΑ: Δε μου λες, μήπως άφησα τίποτα τσουλούφια στο λαιμό;

ΜΑΡΙΑ: Γύρνα να δω…

ΒΟΥΛΑ: Πάρε και το ψαλίδι κι ό,τι είναι κόβε το. (Της δίνει το ψαλίδι και κοντοκαθίζει πλάτη προς στη ΜΑΡΙΑ).

ΜΑΡΙΑ: Γιατί τα ‘κοψες μόνη σου;

ΒΟΥΛΑ: Αν είχα λεφτά θα πήγαινα στο κομμωτήριο… αλλά πού λεφτά…;

ΜΑΡΙΑ: Μα σεις την περασμένη βδομάδα είχατε ένα μάτσο…

ΒΟΥΛΑ: Είχαμε βλέπεις, τώρα δεν έχουμε φράγκο.

ΜΑΡΙΑ: Είστε τρελοί κι οι δυο σας… Να το ξέρεις!

ΒΟΥΛΑ: Εγώ φταίω;… του άντρα μου τα χέρια είναι τρύπια και δεν του στέκει δεκάρα.

ΜΑΡΙΑ: Ναι, γιατί πας πίσω εσύ… Δεν είδα ποτέ άμα σε τραβολογά για γλέντια να του πεις όχι…

ΒΟΥΛΑ: Γιατί να του πω όχι… Νέοι είμαστε, να μη χαρούμε μια στάλα;

ΙΟΡΔΑΝΗΣ κατεβαίνει απ’ το ταρατσάκι και πηγαίνει στο βάθος).

ΜΑΡΙΑ: Πρέπει να βάζετε κάτι στην άκρη…

ΒΟΥΛΑ: Ό,τι θέλεις λες. Αν είχαμε κάτι ταχτικό, τότε ναι…         Μ’ αυτός μια βδομάδα δουλεύει και δυο κάθεται…!

ΜΑΡΙΑ: Κι είναι ανάγκη να τα τρώτε μαζεμένα και να πεινάτε ύστερα;

ΒΟΥΛΑ: Άμα κακοπερνάς δυο βδομάδες ύστερα θες να ξεσκάσεις, φυσικό είναι.

ΜΑΡΙΑ: Παρ’ το ψαλίδι, σου τα συμμάζεψα.

ΒΟΥΛΑ: Σ ευχαριστώ, κούκλα μου, θες να σου κόψω και τα δικά σου;

ΜΑΡΙΑ: Δεν μου χρειάζεται…

(Απ’ το δωμάτιό της βγαίνει η ΑΝΝΕΤΩ, εξήντα χρονώ. Ξεσκονίζει μ ένα σκουπάκι μια πάνινη βαλίτσα και τραγουδά)

ΑΝΝΕΤΩ: Ραμόνα, θυμήσου τώρα τα παλιά

                     Ραμόνα, θυμήσου πάλι τα παλιά

                     Ραμόνα… Ραμόνα θυμήσου πάλι τα παλιά

                     Ραμόνα, θυμήσου παλιά…

ΜΑΡΙΑ: Πήγε στην Τράπεζα χτες κι έστειλε όλα της τα λεφτά στην Αγγλία… Ξεπαραδιάστηκε πάλι η τρελόγρια…

ΒΟΥΛΑ: Και πως θα πάει στην Πάρο…; Με τι λεφτά…;

ΜΑΡΙΑ: Κάποιονε θα ‘βαλε στο χέρι… ή θα σήκωσε πάλι τις συντάξεις όλου του χρόνου…

ΒΟΥΛΑ: (Στην ΑΝΝΕΤΩ). Ώστε μας φεύγεις αύριο;

ΑΝΝΕΤΩ: Θα φύγω να μη σας ενοχλώ…

ΒΟΥΛΑ: Έλα τώρα μη σε παίρνει το παράπονο…

ΑΝΝΕΤΩ: Αφού μια έρημη γριά γυναίκα εγώ, με το ένα πόδι στο λάκκο, σας ενοχλώ όλους εδώ μέσα, φεύγω, για να βρείτε την ησυχία σας.

ΒΟΥΛΑ: Ε καημένη, κι εσύ πια… Όλοι εδώ μέσα ζούμε… θα τύχει και μια παρεξήγηση.

ΑΝΝΕΤΩ: Μια παρεξήγηση καλή και άγια. Μα σεις αιωνίως και τυμπανίως μου κοπανάτε ότι σας ανακατεύω τα σκώτια. Ναι ή όχι;

ΜΑΡΙΑ: Αν είπαμε και μια κουβέντα παραπάνω εσύ πάλι το ‘δεσες κόμπο;

ΑΝΝΕΤΩ: Εμείς στην Αγγλία αυτά δεν τα ‘χουμε! Φεύγω κι εγώ, πάω να κάτσω στην Πάρο ένα χρονάκι να ξανασάνω και γω και σεις… Κι α δε με ξαναδείτε, συχωρέστε με, κι ο Θεός να σας συχωράει… (Ψευτοκλαίει).

ΒΟΥΛΑ: (Τρέχει κοντά της). Έλα, έλα τώρα, άσε τις κλάψες. Αφού το ξέρεις πόσο σε αγαπάμε!

ΑΝΝΕΤΩ: Σάματι εγώ δε σας αγαπώ…;

ΜΑΡΙΑ: Μπορούμε μείς να ζήσουμε χωρίς εσένα;

ΑΝΝΕΤΩ: Και μήπως μπορώ εγώ…;

ΜΑΡΙΑ: (πάει κι αυτή κοντά στην ΑΝΝΕΤΩ)… Έλα κάτσε δω να, παραπονιάρα… Δώσε μου να σου ξεσκονίσω εγώ τη βαλίτσα σου.

ΑΝΝΕΤΩ: Άσε, μη λερώνεις τα χεράκια σου. Την ξεσκόνισα, μάτια μου…

ΒΟΥΛΑ: Θα σου ετοιμάσουμε εμείς τα πράγματά σου… Εσύ κάτσε να ξεκουραστείς…

ΑΝΝΕΤΩ: (Ξεχνά τελείως την κλάψα)… Καλά, ας καπνίσω ένα τσιγαράκι. Όμως τα πράματά μου θα τα βολέψω μοναχή μου… Μ’ αρέσει να φτιάχνω ταξιδιάρικη βαλίτσα… τρελαίνομαι…

ΒΟΥΛΑ: Πάρε και το μαξιλαράκι να ‘σαι μαλακά…


Live Virtual Group Session: 12PM EDT March 18th 2022

Thank you to everyone who joined us for this session!

For this session we read an excerpt from Species by Tishani Doshi, posted below. 

Our prompt was: “Write about a world difficult to imagine.”

More details will be posted on this session, so check back again!

Participants are warmly encouraged to share what you wrote below (“Leave a Reply”), to keep the conversation going here, bearing in mind that the blog of course is a public space where confidentiality is not assured.

Also, we would love to learn more about your experience of these sessions, so if you’re able, please take the time to fill out a follow-up survey of one to two quick questions!

Please join us for our next session Monday March 21st at 6pm EDT,  with more times listed on our Live Virtual Group Sessions page.


Species by Tishani Doshi


When it is time, we will herd into the bunker of the earth
to join the lost animals – pig-footed bandicoot, giant sea
snail, woolly mammoth. No sound of chainsaws, only
the soft swish swish of dead forests, pressing our heads
to the lake’s floor, a blanket of leaves to make fossils
of our femurs and last suppers. In a million years
they will find and restore us to jungles of kapok.
Their children will rally to stare at ancestors.
Neanderthals in caves with paintings of the gnu
period. Papa Homo erectus forever squatting over
the thrill of fire. Their bastard offspring with prairie-size
mandibles, stuttering over the beginnings of speech. And finally,
us – diminutive species of Homo, not so wise, with our weak necks
and robo lovers, our cobalt-speckled lungs. Will it be for them
as it was for us, impossible to imagine oceans where there are now
mountains? Will they recognise their own story in the feather-tailed
dinosaur, stepping out of a wave of extinction to tread over blooms
of algae, never once thinking about asteroids or microbial stew?
If we could communicate, would we admit that intergalactic
colonisation was never a sound plan? We should have learned
from the grass, humble in its abundance, offering food and shelter
wherever it spread. Instead, we stamped our feet like gods,
marvelling at the life we made, imagining all of it to be ours.


Credit: Granta Magazine, Poetry, Granta 151, April 30th 2020

Live Virtual Group Session: 6PM EDT March 14th 2022

Thank you to everyone who joined us for this session!

For this session we read an excerpt from Sirens by Billy Collins, posted below. 

Our prompt was: “Write about a sound that prompted you to stop.”

More details will be posted on this session, so check back again!

Participants are warmly encouraged to share what you wrote below (“Leave a Reply”), to keep the conversation going here, bearing in mind that the blog of course is a public space where confidentiality is not assured.

Also, we would love to learn more about your experience of these sessions, so if you’re able, please take the time to fill out a follow-up survey of one to two quick questions!

Please join us for our next session Friday March 18th at 12pm EDT,  with more times listed on our Live Virtual Group Sessions page.


Sirens by Billy Collins

Not those women who lure sailors
onto a reef with their singing and their tresses,
but the screams of an ambulance
bearing the sick, the injured, and the dying
across the rational grid of the city.

We get so used to the sound
it’s just another sharp in the city’s tune.
Yet it’s one thing to stop on a sidewalk
with other pedestrians to watch one
flashing and speeding down an avenue

while a child on a corner covers her ears
and a shopkeeper appears in a doorway,
but another thing when one gets stuck
in traffic and seems to be crying for its mother
who has fled to another country.

Everyone keeps walking along then,
eyes cast down—for after all,
there’s nothing we can do,
and today we are not the one peering
up at the face of an angel dressed in scrubs.

Some of us are late for appointments
a few blocks away, while others
have the day off and take their time
angling across a broad, leafy avenue
before being engulfed by the green of a park.

“Sirens” by Billy Collins from The Rain in Portugal. © Random House, 2016.

Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 13 Μαρτίου, 7:30 μ.μ. ΕΕΤ

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

Κείμενο: Μαργαρίτα Λυμπεράκη, Τα Ψάθινα Καπέλα (1946).

Θέμα: Γράψτε για έναν άλλο κόσμο

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Μαργαρίτα Λυμπεράκη, Τα ψάθινα καπέλα [1946] Εκδόσεις Καστανιώτη 2001.

Τα μεσημέρια δεν ξάπλωνα, ήταν μια συνήθεια που μου ’χε μείνει από μικρή, όταν νόμιζα ότι το να μην ξαπλώνει κανείς το μεσημέρι είναι πράξη επαναστατική, που δείχνει θέληση και ψυχή ανεξάρτητη. Ανέβαινα λοιπόν στην καρυδιά κι εκεί έφτιαχνα λουλουδένια δαχτυλίδια και βραχιόλια από αλογότριχα. Έπειτα τα φορούσα και προσπαθούσα να δω την εικόνα μου στα νερά της στέρνας. Μα ποτέ δεν το κατόρθωνα, γιατί την ώρα ετούτη ο ήλιος έπεφτε καταπάνω της κι έκανε το νερό να γυαλίζει σαν ένα κομμάτι καυτό μάλαμα που σου τύφλωνε τα μάτια.

      Τέτοια στολίδια έκανα και για τις αδερφές μου. Μου κακοφαινόταν όμως σαν τα ’βλεπα πάνω τους. Όχι από ζήλια, μα ήταν σαν να μην τ’ αγαπούσαν αρκετά, σαν να μην τ’ άξιζαν, σαν να ’χαν τη βεβαιότητα πως τα δαχτυλίδια θα μαραίνονταν, κι έτσι μαραίνονταν πριν απ’ την ώρα τους, πώς τα βραχιόλια δεν ήταν παρά αλογότριχα, κι έτσι τα κάναν αλογότριχες, και μάλιστα απ’ τις ουρές των αλόγων που κινιούνται πέρα δώθε για να διώχνουν τις μύγες που παν να τσιμπήσουν τα καπούλια τους.

      Όταν η αντηλιά μου βάραινε τα βλέφαρα και τα μέλη μου κόβονταν σαν να ’χα πιει γλυκό κρασί, πήγαινα στον αχυρώνα, όπου έβρισκα τη σιωπή τη γεμάτη σκιά και μυρωδιά σανού. Πρόσωπα και ταξίδια γέμιζαν τη μοναξιά μου εκεί, χρώματα σε κορδέλες που ανέμιζαν, θάλασσες πορτοκαλιές, ο Γκιούλιβερ στη χώρα των Χλιμιντρήδων, ο Οδυσσέας στο νησί της Καλυψώς και της Κίρκης. Ήτανε κακιά γυναίκα η Κίρκη, άλλαζε τους ανθρώπους σε γουρούνια. Όμως είχε τη δύναμη να το κάνει. Θα ’χα κι εγώ άραγε, αργότερα, μια κάποια δύναμη; Όχι βέβαια για ν’ αλλάζω τους ανθρώπους σε γουρούνια, αλλά έτσι… Το κορμί μου βαθούλωνε πιο βαθιά μέσα στ’ άχυρο, το κεφάλι μου έγερνε προς τα κάτω· μ’ έπαιρνε ένας λιγόλεπτος ύπνος που δεν τον μολογούσα σε κανέναν. Ήταν γλυκός – και στο ξύπνημα σαν να γύριζα απ’ άλλους κόσμους. Αλλά ο κάμπος γελούσε, και τα σταφύλια κρέμονταν απ’ την κληματαριά ώριμα, και το χέρι μου πήγαινε να τα κόψει, το στόμα μου να τα γευτεί, κι έλεγα μέσα μου ότι απ’ όλους τους κόσμους, απ’ όλα τ’ αστέρια που είναι κόσμοι, ίσως η γη να ‘ταν η ωραιότερη.


Live Virtual Group Session: 12PM EST March 11th 2022

Thank you to everyone who joined us for this session!

For this session we read an excerpt from How to Bloom in Dark Places by Warsan Shire, posted below. 

Our prompt was to begin your writing with “We will… or We pledge…”

More details will be posted on this session, so check back again!

Participants are warmly encouraged to share what you wrote below (“Leave a Reply”), to keep the conversation going here, bearing in mind that the blog of course is a public space where confidentiality is not assured.

Also, we would love to learn more about your experience of these sessions, so if you’re able, please take the time to fill out a follow-up survey of one to two quick questions!

Please join us for our next session Monday March 14th at 6pm EDT,  with more times listed on our Live Virtual Group Sessions page.


How to Bloom in Dark Places by Warsan Shire

How many arms do I need to grow to
fight off what scares me?
How many legs to leave?
How many dreams until mother tells
me how to escape this place?
Mother has given me a message.
I must tell the girls, so they can
memorise it too.
If I ever forget, they will remind
Me.

I read to them the words as my mother said them.
We pledge allegiance to our bodies,
We pledge allegiance to fortifying our
girlhood.
We pledge allegiance to water,
to it’s dutiful scarcity,
we do not bow to thirst and the shadow it
casts over our lives.
We will be our own mothers,
We will be the big sisters we never had,
We will be the fathers we almost had
We will fortify our own walls,
We will protect the vulnerable,
We will protect ourselves,
so, we will protect each other.

Live Virtual Group Session: 6PM EST March 7th 2022

Thank you to everyone who joined us for this session!

For this session we read an excerpt from City of Incurable Women by Maud Casey, posted below. 

Our prompt was a choice between: “Write about a portrait that you’ve seen. OR “Write about an escape.”

More details will be posted on this session, so check back again!

Participants are warmly encouraged to share what you wrote below (“Leave a Reply”), to keep the conversation going here, bearing in mind that the blog of course is a public space where confidentiality is not assured.

Also, we would love to learn more about your experience of these sessions, so if you’re able, please take the time to fill out a follow-up survey of one to two quick questions!

Please join us for our next session Friday March 11th at 12pm EST,  with more times listed on our Live Virtual Group Sessions page.


Casey, Maud. City of Incurable Women. 2022. New York: Bellevue Literary Press.

You emerge reluctantly on the photographic plate.

Your hair parted in the middle; long lumpy braids punctuated by thin-ribboned bows. A third bow perches on top of your head, an afterthought. Your flat mouth. Your crumpled chin. One eyebrow interrupted, as if you shaved a line through it to stop its progress. Earrings dangle from your small ears; once, someone thought it was a good idea to adorn you. In this first photograph, you don’t yet know they have a name for your pain or that the stages of hysteria are called, collectively, the passionate attitudes. With great effort, you summon a body for the photographer.

You weren’t the photogenic one. That was Augustine. Still, there is the fortuitous coincidence of your godliness and your hometown of Loudun, famous for its demonic possessions. In particular, Joan of the Angels, mother superior of the Ursuline Order, to whom Saint Joseph appeared after a final rough exorcism. That you walked the same earth as Joan of the Angels is useful; you hear the promise it holds in the way the doctors discuss the she who is you. Serpentine sentences laced with optimism wound into science. With your birth in Loudun, the doctors make sense of your life; with that detail your life becomes a story with a beginning, a middle, and, somewhere up ahead, an end.

In the photograph, you look sideways out of a face a paler white than your blouse, which looks more like a billowy straitjacket, but that comes later. You may not have been the pretty one, but soon you will be known as the escape artist of the city of incurable women; it was said you could rip a straitjacket to pieces with your teeth.