Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 20 Νοεμβρίου, 7:30 μ.μ. EET

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

Ζωγραφική: Η μητέρα μου (Ελένη Μιχαλακοπούλου)

Θέμα: Γράψτε γι’ αυτό που μας συνδέει.

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Ελένη Μιχαλακοπούλου.
«Η μητέρα μου».
Από την ατομική έκθεση Συγγένειες
(Πολιτιστικό Κέντρο Ραφήνας – Πικερμίου, 2018)

Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 6 Νοεμβρίου, 7:30 μ.μ. EET

Δεκαεπτά συμμετέχουσες/-οντες από διάφορες περιοχές της Ελλάδας και της Κύπρου συναντήθηκαν για να συζητήσουν το διήγημα της Έλενας Πέγκα «Δέρμα» (από τη συλλογή διηγημάτων Σφιχτές ζώνες και άλλα δέρματα — εκδ. Άγρα 2011). Τέσσερις εξ αυτών προσφέρθηκαν να διαβάσουν το κείμενο ανά ζεύγη, κι έτσι να ζωντανέψουν το διάλογο των δύο χαρακτήρων του διηγήματος με το προσωπικό τους ηχόχρωμα και τον δικό τους ρυθμό ανάγνωσης. Η σύντομη φόρμα του διηγήματος (μόλις μία σελίδα) καθώς και το κατά κοινή ομολογία «επιφανειακό» θέμα συζήτησης των δύο προσώπων (η Αμερική του Μάικλ Τζάκσον που άλλαξε το χρώμα του δέρματός του και της γυναίκας-γάτας με τις 59 πλαστικές, αλλά και κάθε λογής παράξενο που διαβάζει κανείς στα περιοδικά) προκάλεσαν αρχικά ποικίλες αντιδράσεις και προβλημάτισαν τόσο ως προς τη δομική όσο και τη νοηματική πληρότητα του κειμένου. Συζητήθηκε η ηθική διάσταση των ιατρικών παρεμβάσεων στην επιφάνεια του σώματος και ο φόβος της αλλοτρίωσης που επιφέρει η συνάντηση με το «άλλο», το διαφορετικό, το γκροτέσκο. Η συζήτηση επεκτάθηκε στη γενετική ιατρική και τις εκβάσεις της στην αντιμετώπιση σοβαρών ασθενειών, καθώς και στην αέναη επανεφεύρεση του εαυτού (όπως και της χώρας «Αμερικής») ως ταυτόσημη της ποπ κουλτούρας ή, ακόμα, και της προσπάθειας κατάκτησης μιας ουτοπικής—και απελευθερωτικής—ετερότητας. Η επιθυμία κυριαρχίας πάνω στο δέρμα ως πεδίο σκηνοθεσίας και κοινωνικής επιτέλεσης του εαυτού αποτέλεσε σημείο αντιπαράθεσης που συνοψίζεται ως εξής: εναντίωση στη φύση ή ανάδειξη της ουσίας των πραγμάτων; Ή, μήπως, απλώς μία ψευδαίσθηση;

Στην ερώτηση «πώς θα σκηνοθετούσατε αυτό τον διάλογο;» η ομάδα ανταποκρίθηκε ευφάνταστα και συγκινητικά: σε ένα κομμωτήριο για να περάσει η ώρα× στο αστικό λεωφορείο και την αναπόφευκτη εγγύτητα με τον άλλο στην οποία εξαναγκάζει ο συνωστισμός× στην αίθουσα αναμονής στα επείγοντα ενός νοσοκομείου, περιμένοντας αποτελέσματα, προσπαθώντας να νικήσουν την κούραση και την αγωνία× σε ένα καφενείο στους Μολάους της Λακωνίας και των ξενιτεμένων περιμένοντας το ΚΤΕΛ και μιλώντας για όσα είδαν στη μακρινή Αμερική× στο θάλαμο της χημειοθεραπείας, για να νιώσουν ότι είναι ακόμα ζωντανοί. Έτσι η «σαχλοσυζήτηση» των χαρακτήρων του διηγήματος, μέσα από αυτή την επεξεργασία, ξαναειδώθηκε  ως μηχανισμός επιβίωσης, ως επαναφορά στο «εδώ και τώρα» και ως αντίδοτο στο φόβο και τη μοναξιά. Κάποια μέλη μάλιστα επιβεβαίωσαν τούτο ακριβώς: «διαβάζοντας [το κείμενο] πάλι, είδα τους χαρακτήρες, μπήκα βαθύτερα».

Το θέμα στο οποίο τα μέλη της ομάδας κλήθηκαν να ανταποκριθούν γραπτώς ήταν: «Γράψτε για τη φορά που είδατε κάποιον να αλλάζει». Μίλησαν για το περιβάλλον ως προέκταση του ίδιου του δέρματός μας που κακοποιείται (κι αυτό) ανελέητα× για όλα εκείνα που αλλάζουν μέσα μας και μας θωρακίζουν απέναντι στους φόβους μας× και για τις αλλαγές εκείνες που έρχονται στη ζωή μας σαν κομήτης και μας ωθούν σε αναγκαστική—και συχνά οδυνηρή—επανεκκίνηση.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Έχεις πάει στην Aμερική;

   Όχι. Ωραία είναι;

   Nαι.

   Για μένα η Aμερική είναι ο Mάικλ Tζάκσον. Aπό μαύρος θέλησε να γίνει λευκός και κατέστρεψε πάνω του καθετί που του θύμιζε την προέλευσή του. Έγινε αυτός ο δημιουργός του εαυτού του.

   Kαι οι τραβεστί κάτι παρόμοιο κάνουν.

   Nαι.

   Yπάρχει και η άλλη η Αμερικάνα η Bίλντενστάϊν που ήθελε να μοιάσει με γάτα και το κατάφερε. Mετά από 59 χειρουργικές επεμβάσεις. Tην έχεις δει;

   Πού;

   Στα περιοδικά.

   Όχι. Πώς είναι;

   Tρομακτική. Mοιάζει με γάτα.

   Tο δέρμα του ανθρώπινου σώματος αν απλωνόταν οριζοντίως θα κάλυπτε ένα διπλό κρεβάτι.

   Tο έχεις δει;

   Πού;

   Στα περιοδικά.

   Στα περιοδικά;

   Όλα υπάρχουν στα περιοδικά.

  Έλενα Πέγκα, «Δέρμα» (Σφιχτές Ζώνες και Άλλα Δέρματα. Άγρα, 2011)


Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 30 Οκτωβρίου, 7:30 μ.μ. EET

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

Δεκαέξι συμμετέχουσες και συμμετέχοντες από Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Λευκωσία, Ουτρέχτη κ.α. συναντήθηκαν για να συζητήσουν ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα Ο Ανήφορος, του Νίκου Καζαντζάκη, με αφορμή την δημοσίευσή του, για πρώτη φορά, εβδομήντα πέντε χρόνια μετά τη συγγραφή του: ο Κοσμάς συναντά τον γιατρό, ξετυλίγει μπροστά του τις γάζες που καλύπτουν το πρόσωπό του και μαζί με αυτές το ψυχικό άχθος του πένθους και την αγωνία του να αποκτήσει πάλι την «εμπιστοσύνη της ψυχής» του. Η ιδιωματική γλώσσα του συγγραφέα, η εικονοπλασία και η οικονομία του λόγου ως τεκμήρια της λογοτεχνικής του ταυτότητας ήταν κάποια από τα πρώτα σημεία που σχολίασαν μέλη της ομάδας. Κάποια εκ των μελών έθεσαν ζητήματα όπως η καρτεσιανή ρήξη ανάμεσα σε σώμα και πνεύμα ως δομικός λίθος της δυτικής «επιστημονικής» ιατρικής αλλά και η απόπειρα του συγγραφέα να ανατρέψει αυτές τις παγιωμένες αντιλήψεις γεφυρώνοντας τα δύο σε ένα συνεχές. Αντιμετωπίστηκαν όμως με επιφύλαξη από άλλα μέλη της ομάδας, τα οποία επικέντρωσαν το σχολιασμό τους στην αμφισημία του χαρακτήρα του γιατρού, του οποίου ο λόγος, ανδρικός κι επιστημονικός, αναδεικνύεται από το συγγραφέα ως κυρίαρχο αφήγημα. Σε αυτό το πλαίσιο, μέλος της ομάδας παρατήρησε τον (όχι και τόσο) υφέρποντα  φαλλογοκεντρισμό και μισογυνισμό που εντοπίζεται τόσο στο συγκεκριμένο όσο και σε άλλα έργα του Καζαντζάκη, επικεντρώνοντας το σχολιασμό της αφενός στην παρουσία των γυναικών ως μιαρές και επικίνδυνες για την πνευματική ανάπτυξη του άνδρα υπάρξεις και αφετέρου στην επιθυμία του άνδρα αφηγητή να οικειοποιηθεί τη ζωογόνα δύναμη της γυναίκας, και να «γεννήσει» ο ίδιος (μέσω της συγγραφικής διαδικασίας). Ιδωμένη από άλλη οπτική γωνία, η ανάγκη του αφηγητή να εξομολογηθεί (στον γιατρό του σώματος και της ψυχής), να διαχειριστεί το πένθος του για την απώλεια της αγαπημένης συζύγου, και να επιδοθεί στη γραφή ως «οδυνηρό και λυτρωτικό πόνημα» ερμηνεύτηκε ως ο αγώνας ενός ανθρώπου που χάνει το αγαπημένο του πρόσωπο: «εγώ συνεχίζω – αλλά πώς;». Το πρώτο μέρος της συζήτησης έκλεισε με αυτή την ενδιαφέρουσα αναφορά στη χρονικότητα του πένθους αλλά και την πορεία της ψυχής προς την λύτρωσή της – δοσμένη μέσα από την άθεη θεολογικότητα του Καζαντζάκη.

Στη συνέχεια πέντε συμμετέχουσες ανάγνωσαν τα κομμάτια τους με θέμα «Γράψτε για μια στιγμή εξομολόγησης»: μίλησαν για το σώμα που αναζητά «θεατές που δεν θα λοιδορήσουν τη σάρκα» και που θα ακούσουν μέσα της το παιδί που ζητά αγάπη· για εκείνη την εξομολόγηση που δεν εκφράζεται και την αλήθεια που τελικά αναδύεται όχι από τα λόγια αλλά από τη σιγή, τον χτύπο της καρδιάς· για έναν «μεγαλοπρεπή έρπητα» που κάνει την εμφάνισή του την κατάλληλη στιγμή για να καλύψει μια άλλη βαθύτερη ασθένεια και να απαλλάξει το άτομο από μια οδυνηρή συνάντηση· για όλα τα μέσα—ημερολόγιο, εξομολόγηση, θεία κοινωνία, ψυχοθεραπεία— που μεταχειρίζεται κανείς για να φτάσει στη λύτρωση και που αυτή δεν έρχεται, παρά μόνο ίσως σταδιακά, αναζητώντας διέξοδο μέσω των ονείρων· και για τη γενναία «δήλωση άρνησης θεραπείας» («σιγά μην εξομολογηθώ … κι ας κατάπια κάρβουνο αναμμένο»).

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Νίκος Καζαντζάκης, Ο Ανήφορος

[απόσπασμα από το κεφάλαιο IX, «Μοναξιά»]

Εκδόσεις Διόπτρα, 2022.

― Βγάλετε τις γάζες, του είπε. 

Ο Κοσμάς, ευτύς από την πρώτη ματιά, παραδόθηκε στο σοφό αυτόν μ’ εμπιστοσύνη. Έβγαλε τις γάζες. Ο γιατρός τον κοίταξε μια στιγμή:

― Καλά, είπε· δε σας πιάνω το σφυγμό, ξέρω, δεν έχετε πυρετό· το σώμα σας είναι γερό, η μηχανή δουλεύει καλά. Τώρα, ας δούμε την ψυχή! είπε και χαμογέλασε. Εξομολογηθείτε. 

― Ρωτάτε, είπε ο Κοσμάς. […]

Τον ρώτησε ποια ’ταν η ζωή του, οι χαρές, οι πίκρες, οι πεθυμιές, οι ιδέες. Πότε, πώς, πέθανε η γυναίκα που αγαπούσε; Πότε, πώς, συναντήθηκε με την κοπέλα, τι της είπε; Τι ’ταν τα όνειρα που είδε την ίδια νύχτα; Ποιον θέτει σκοπό στη ζωή του, τι πνεματικές έγνοιες τον τυραννούν;

Ο Κοσμάς με δυσκολία άνοιγε το στόμα, απαντούσε σύντομα κι απαντώντας φωτίζουνταν, έβλεπε καλύτερα, προχωρούσαν κι οι δυο, ο γερο-σοφός κι αυτός, χέρι χέρι, μέσα στο σκοτάδι κι έψαχναν. Ο γιατρός άπλωσε τέλος το χέρι, άγγιξε εγκάρδια το γόνατο του Κοσμά:

― Φτάνει, είπε· κατάλαβα. 

Χάδεψε το σφηνωτό γενάκι του, χαμογέλασε ευχαριστημένος.

― Σπάνια αρρώστια, είπε, σπάνια στον καιρό μας, χαίρουμαι. Μέσα σε μια τέτοια υλιστική κι αδιάντροπη εποχή, χαίρομαι να συναντώ μιαν τέτοια κυριαρχία της ψυχής απάνω στο σώμα. Μια φορά την αναφέρει την αρρώστια αυτή –ας την πούμε αρρώστια– ο Πλούταρχος για το βασιλέα Αντίοχο, που αγάπησε την αδερφή του. Μια φορά τη συνάντησα κι εγώ στη γιατρική μου ζωή: στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο μια σεμνή αρχόντισσα Βιεννέζα, φανατικιά καθολική, αγάπησε ένα νέο· ο άντρας της έλειπε στον πόλεμο. Η γυναίκα κιντύνευε να πέσει στο θανάσιμο, όπως πίστευε, αμάρτημα της μοιχείας· και μονοβραδίς, την ώρα που ετοιμάζουνταν να πάει να βρει το νέο, το πρόσωπό της φούσκωσε, πήρε τη μάσκα που έχει και το δικό σας. Πού να τολμήσει πια να παρουσιαστεί! Η μάσκα έμεινε ακίνητη, αγιάτρευτη, ως τη μέρα που γύρισε ο άντρας της από τον πόλεμο.

Την ίδια μέρα που γύρισε, το πρόσωπο ξεπρήστηκε, η μάσκα αφανίστηκε· δε χρειάζουνταν πια. Καταλαβαίνετε;

― Αρχίζω… αποκρίθηκε ο Κοσμάς, που παρακολουθούσε συγκινημένος τ’ αποκαλυπτικά λόγια. Αρχίζω…

― […] Ήσασταν και σεις έτοιμος να κάμετε μιαν πράξη που η ψυχή σας δεν την ήθελε· θα ’ταν απιστία στην πεθαμένη αγαπημένη γυναίκα. Κι η ψυχή σας ήταν δυνατή κι ανάγκασε το σώμα να την υπακούσει· το σώμα πάλεψε, δεν ήθελε, αντιστάθηκε, όπως το συνηθάει, με λύσσα· μα στο τέλος η ψυχή νίκησε, του έβαλε τη μάσκα τούτη, το παραμόρφωσε και το ’καμε να μην μπορεί πια να παρουσιαστεί στη γυναίκα. Νίκησε η ψυχή κατά κράτος. Είστε ευχαριστημένος;

― Είμαι, αποκρίθηκε ο Κοσμάς κι αναστέναξε. 

― Τι σκοπεύετε τώρα να κάμετε;

― Θέλω να γράψω, αποκρίθηκε ο Κοσμάς. Έχω, καιρό τώρα, στο νου μου, μιαν πνεματική εξομολόγηση· θέλω να τη γράψω, ν’ αλαφρώσω.

― Γράψετέ τη, αρχίσετε ευτύς· είναι ο πιο σίγουρος τρόπος,

θαρρώ, να θεραπευτείτε. Μην πηγαίνετε στους γιατρούς· δεν καταλαβαίνουν τίποτα· δεν ξέρουν τι πλαστική δύναμη έχει η ψυχή απάνω στο σώμα. Γράψετε, διατυπώσετε το Πιστεύω σας, ριχτείτε σε άλλες υψηλότερες έγνοιες· έτσι θ’ αποχτήσετε πάλι την εμπιστοσύνη της ψυχής σας – και τότε θα φύγει η μάσκα. Δε θα χρειάζεται πια· δε θα υπάρχει πια κίντυνος. Ξετέλεψε την αποστολή της. […]

Είχε ξεχάσει ο Κοσμάς τον πόνο του, την πίκρα την αβάσταχτη και παραδόθηκε όλος στ’ όραμα τούτο της λύτρωσης. 

― Να μπορούσα, αναστέναξε, να ντύσω με λόγια την υψηλή τούτη ελπίδα! Να φανερώσω, πρι να πεθάνω, τ’ όραμα που σκιρτάει μέσα μου, σα βρέφος!

Σηκώθηκε. Πήρε μια στοίβα χαρτί, γέμισε το στιλό του μελάνι, καθάρισε το τραπέζι, αναμέρισε το βαρύ βιβλίο, ετοίμασε τα πάντα. Σαν το πουλί που στρώνει, καθαρίζει τη φωλιά του, ν’ αποθέσει το αυγό.


Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 9 Οκτωβρίου, 7:30 μ.μ. EEST

Στην πρώτη αυτή συνεδρία του φθινοπώρου, συμμετέχουσες και συμμετέχοντες από Καναδά, Ηνωμένες Πολιτείες, Κύπρο και διάφορες περιοχές της Ελλάδας συζήτησαν το ποίημα «Η αλεπού» της Κατερίνας Ηλιοπούλου. Αρχικά σχολιάστηκε η δομή του ποιήματος – με το πρώτο του μέρος πιο κατανοητό και το δεύτερο πιο αινιγματικό, και στη συνέχεια ο συμβολισμός της αλεπούς ως «ένα ζώο γεμάτο αντιθέσεις», «και σοφό και άγριο», «όμορφο», «ασυνήθιστο», «άφταστο», «χωρίς εξαρτήσεις». Μια συμμετέχουσα είδε στην ρευστότητα της κίνησης της αλεπούς και στον τρόπο που «οι πατούσες της βηματίζουν στο βλέμμα σου» να αντικατοπτρίζεται το πεπερασμένο του ανθρώπινου νου, που, όπως και στην περίπτωση της σπηλιάς του Πλάτωνα, δεν είναι πάντα σε θέση να «δει» την αλήθεια παρά μόνο ατελώς και αποσπασματικά. Διέκριναν όμως και την πρόθεση του ποιήματος να στρέψει την προσοχή μας σε αυτήν ακριβώς την παραδοχή της ατελούς φύσης μας, την ανάγκη διερεύνησης των ορίων μας και το «άνοιγμά μας στο μη εξηγήσιμο.» Κάποια μέλη της ομάδας μίλησαν για τον ευδιάκριτο ερωτισμό του ποιήματος ως εκπορευόμενο από τη ζωώδη και συνάμα παιγνιώδη φύση της αλεπούς.  Η λέξη «περισσεύει» με την οποία κλείνει το ποίημα ομόφωνα εντυπωσίασε την ομάδα με την υπαινικτικότητά της και τις ποικίλες ερμηνευτικές δυνατότητές της.

Το θέμα πάνω στο οποίο τα μέλη κλήθηκαν να αποτυπώσουν γραπτώς τις σκέψεις τους ήταν «γράψτε για τη φορά που είδατε φευγαλέα…». Μίλησαν για την αναζήτηση στο πλήθος ενός αγαπημένου προσώπου — «της πρώτης μου αγάπης» — και την απορία αν «ήταν τελικά αυτός που είδα» χρόνια μετά τον χωρισμό× για φευγαλέες, συνειρμικές σκέψεις και την «ώρα μηδέν» της ανάδυσης στη συνείδηση, ως αυτοαναφορικό σχόλιο στην ίδια τη διαδικασία γραφής που εφαρμόζεται στις συνεδρίες μας× για τη γλώσσα του σώματος, απρόβλεπτη και αδιαμφισβήτητη,  που έρχεται να διαψεύσει τα «καθωσπρέπει λόγια»× και για μια γούνα αλεπούς, ένα «απομεινάρι ζώου», που, φευγαλέα και αιφνιδιαστικά,  ανακτά για λίγο την άγρια ζωντάνια του.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Κατερίνα Ηλιοπούλου, «Η αλεπού»
(Μέτρα Λιτότητας: Ανθολογία Ποίησης.
Επιμ. Κάρεν Βαν Ντάυκ. ‘Αγρα, 2017)

Μέσα στη δέσμη του φωτός
   εμφανίστηκε
Διέσχισε το δρόμο
Μια μικρή καφέ αλεπού. 
Και ξανά το επόμενο βράδυ
Πίσω από ένα θάμνο φευγαλέα
Και μια άλλη φορά η ουρά της μόνο
Σκούπισε το σκοτάδι
Και από τότε πάλι
Τις πατούσες της να βηματίζουν στο
   βλέμμα σου
Το ζεστό γούνινο σώμα της
Ανάμεσά μας να σκιρτά
Πάντα σε πέρασμα ποτέ σε στάση.
«Μα ποια είσαι;» τη ρωτήσαμε
«Είμαι» είπε, «αυτό που περισσεύει».


Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 19 Ιουνίου, 7:30 μ.μ. EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

μουσική: Μάνος Χατζηδάκις, Το Bαλς των Xαμένων Oνείρων

θέμα: η μελωδία των ονείρων

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey



Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 5 Ιουνίου, 7:30 μ.μ. EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

κείμενο: Μένης Κουμανταρέας, Βιοτεχνία Υαλικών (1975)

θέμα: Επιστρέφοντας στο σπίτι / Μετά τη δουλειά

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


ΜένηςΚουμανταρέας, Βιοτεχνία Υαλικών (1975)

Σάββατο βράδυ, η Μπέμπα Ταντή κατηφόριζε την Πειραιώς φορτωμένη τιμολόγια και αποδείξεις. Ένιωθε άκεφη και κουρασμένη. θα προτιμούσε να τριγύριζε με τα χέρια ελεύθερα σαν άντρας. Από τότε που κληρονόμησε το μαγαζί του πατέρα της κι αποφάσισε να πάρει σύζυγο και συνεταίρο, έχασε το βάδισμα του νέου κοριτσιού, το στήθος της είχε μεγαλώσει, τα μαλλιά της θαμπώσει.

Το μαγαζί, η μικρή βιοτεχνία υαλικών, στεγαζόταν στο ισόγειο ενός δίπατου σπιτιού, στη συμβολή Πειραιώς και Ιεράς Οδού, εκεί όπου παλιότερα ήταν η λαχαναγορά και τώρα ο δήμος είχε φυτέψει ένα παρκάκι. Ακριβώς απέναντι, κάπου τριάντα στρέμματα τοιχισμένα, βρισκόταν το Γκάζι. Μέσα από τους λέβητες και τις καμινάδες οι ατμοί ανέβαιναν τυλίγοντας το τετράγωνο σε ομίχλη, και το συρματόπλεγμα, γύρω, θύμιζε Κατοχή. Από τότε μάλιστα που στην πύλη φύλαγε βάρδια με τους πολίτες κι ένας φαντάρος, της φαινόταν πως από ώρα σε ώρα ένα κύμα βίας θα ξεσπούσε στην πόλη. Τάχυνε το βήμα της και χωνόταν στο μαγαζί.

Τα ρολά μισόκλειστα, αναγκάζοταν να σκύψει για να περάσει. Κάτω από τη σύναξη των πολυελαίων η Μπέμπα Ταντή αντίκριζε τον άντρα της καθισμένο σ’ ένα γραφείο από φορμάικα, το πρόσωπο σκυμμένο στους λογαριασμούς, τα πόδια μαζεμένα κάτω από την καρέκλα. Τους κροτάφους φώτιζαν ασημένιες τούφες και ανάμεσα τρεμόπαιζαν κάτι άρρωστες φλεβίτσες. ‘φηνε την τσάντα της παράμερα και καθόταν κοντά του.

Μιλούσαν για τις τελευταίες παραγγελίες, τοποθετούσαν κατά ημερομηνία τα γραμμάτια, έκλειναν ταμείο. Έπειτα κατέβαζαν τα ρολά και με βήμα αργό ξεκινούσαν για το σπίτι. Κατοικούσαν λίγα τετράγωνα παρακάτω. Τραβούσαν μεσ’ από τα στενά του Ρούφ, σταματώντας η Μπέμπα να ισιώσει την κάλτσα της, ο Βλάσης ν’ αγοράσει τσιγάρα.

Φτασμένοι σπίτι, ο Βλάσης βούλιαζε στην πολυθρόνα, η Μπέμπα ξυπολιόταν και, μ’ ένα άνοιγμα του φερμουάρ, άφηνε τη φούστα της να κυλήσει μπρος στον καθρέφτη. . . .

 Όση ώρα η Μπέμπα άλλαζε φόρεμα, αφήνοντας τα μαύρα της μαλλιά ξέπλεκα μες στον καθρέφτη, ο Βλάσης άλλαζε κανάλι στην τηλεόραση, σταθμεύοντας στις ειδήσεις. Ήταν αυτές, κάθε βράδυ, κομμένες και ραμμένες στα ίδια μέτρα, και μόνο αραιά και που το βλέμμα του ζωήρευε όταν άκουγε για κάποιο πραξικόπημα, μολονότι κι αυτά, τον τελευταίο καιρό, είχαν καταντήσει κοινός τόπος. Με κινήσεις αργές φορούσε τα βραδινά της, φώναζε τον Βλάση να της κλείσει το φερμουάρ, εκείνος έπαιρνε τα κλειδιά του σπιτιού, εκείνη του αυτοκινήτου, έμπαιναν στη μικρή Σκόντα κι η Μπέμπα καθόταν στο τιμόνι.


Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 22 Μαΐου, 7:30 μ.μ. ΕΕSΤ

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

κείμενο: Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί (απόσπασμα)

θέμα: Αυτός ο κόσμος…

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί.  Απόσπασμα από τον τρίτο ύμνο της Γενέσεως (Ίκαρος, 1959)

          Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα
          Και είδα και θαύμασα
Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα

και ομοίωσή μου:
  Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
  και γαλήνιοι αμφορείς
  και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος
«Κάθε λέξη κι από ‘να χελιδόνι
για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» είπε
Και πολλά τα λιόδεντρα
          που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
          κι ελαφρό ν’ απλώνεται στον ύπνο σου
και πολλά τα τζιτζίκια
          που να μην τα νιώθεις
          όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
αλλά λίγο το νερό
          για να το ‘χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
          χωρίς κοπάδι
          για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα

φτενό στα πόδια σου το χώμα
          για να μην έχεις πού ν’ απλώσεις ρίζα
          και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός
         για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη.

  ΑΥΤOΣ
  ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!


Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 8 Μαΐου, 7:30 μ.μ. ΕΕSΤ

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

κείμενο: “Κάτι θα γίνει, θα δεις” (Χρήστος Οικονόμου)

θέμα: Γράψτε για τη φορά που (δεν) διστάσατε

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Χρήστος Οικονόμου, απόσπασμα από το διήγημα «Κάτι θα γίνει θα δεις» (Κάτι θα γίνει, θα δεις: Διηγήματα. Πόλις, 2010)

Κατά τις έντεκα κάνω διάλειμμα για τσιγάρο οπότε μπαίνει η Ρίτα φουριόζα στο θάλαμο και μου λέει καλά δεν θα το πιστέψεις αυτό που έγινε θα πάθεις πλάκα. Τι έγινε, της λέω. Σου ζήτησε γιατρός να βγείτε; Την ξέρεις τώρα τη Ρίτα πώς μεγαλοπιάνεται καημό το ‘χει από μικρή να βρει γιατρό ή στρατιωτικό. Κόφ’ την πλάκα μου λέει και δώσε βάση. Πριν λίγο κουβάλησαν με τ’ ασθενοφόρο ένα ζευγάρι απ’ τον Κορυδαλλό. Μια δικιά μας κι έναν ξένο. Βούλγαρος Ρουμάνος δεν κατάλαβα. Νεαροί είναι ζευγαράκι. Αυτός είναι φυλακισμένος κι αυτή πήγε να τον δει στο επισκεπτήριο. Αυτός είναι να τον στείλουν σε λίγες μέρες στη χώρα του, πώς το λένε να τον εκδώσουν. Που λες την ώρα του επισκεπτηρίου βγάζει η κοπελίτσα από κάπου μια κόλλα μια λόγκο ξερωγώ και πασαλείβεται και τσουπ κολλάνε τα χέρια τους. Κατάλαβες. Για να μείνουν πάντα μαζί για να μη χωρίσει ποτέ απ’ τον καλό της. Απίστευτο; Κόλλησαν τα χέρια τους με λόγκο για να μη χωρίσουν. … Άκου ρε φιλενάδα τι γίνεται στον κόσμο. Τρελό δεν είναι; Και τώρα τους κουβάλησαν εδωπέρα για να τους ξεκολλήσουνε οι γιατροί τα χέρια. Τους πήγαν πάνω στον δεύτερο. Ξέρεις σ’ εκείνο το θάλαμο για τους φυλακισμένους. Έχουν βάλει κι ένα αστυφύλακα να φυλάει καραούλι. Τώρα δα έγινε. … Τίποτα ναρκομανείς θα ‘ναι πάω στοίχημα. Κουνήσου απ’ τη θέση σου κορίτσι μου μακριά από μας τέτοια πράγματα. […]

Παίρνω τους κουβάδες και τις σκούπες κι ανεβαίνω πάνω στον δεύτερο. Δεν ξέρω τι μ’ είχε πιάσει. Ήθελα να τους δω. Ήθελα να δω πώς είναι ήθελα να τους δω. Κείνος ο θάλαμος που σου λέω για τους φυλακισμένους είναι στο βάθος του διαδρόμου δίπλα στις τουαλέτες. Πράγματι μπροστά στην πόρτα κάθεται ένας αστυνομικός νεαρός και καπνίζει και παίζει με το κινητό του.  Με βλέπει που πλησιάζω με τα σύνεργα και λέω πως δεν θα μ’ αφήσει να μπω — με κοιτάει στραβά απ’ την κορφή στα νύχια. Μ’ αφήνει να περιμένω λίγο κι ύστερα κουνάει το χέρι του σα να διώχνει καμιά μύγα απ’ τη μύτη του.

Ο θάλαμος έχει σιδερένια πόρτα με λουκέτο κι ένα κρεβάτι μονό κι ένα παράθυρο με κάγκελα και σήτα. Σωστό κελί. Δεν καθαρίζουμε συχνά εκεί μέσα. Εγώ ζήτημα είναι να ‘χω μπει δυο τρεις φορές. Ο νεαρός είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Γυμνός απ’ τη μέση και πάνω έχει τα μάτια κλειστά και το δεξί χέρι στο στήθος. Το αριστερό του χέρι είναι ενωμένο με το δεξί χέρι της κοπέλας που κάθεται δίπλα του στην άκρη του κρεβατιού και κοιτάει απ’ το παράθυρο. Τις παλάμες τους δεν μπορώ να τις δω γιατί είναι τυλιγμένες με γάζες. Καλά το ‘πε η Ρίτα παιδιά είναι. Όχι πάνω από εικοσιδυό χρονώ. Αλλά δεν μοιάζουν για ναρκομανείς — το κορίτσι τουλάχιστο. Με το που μπαίνω αυτός ανοίγει τα μάτια του και με κοιτάει ζαβλακωμένος κι ύστερα αναστενάζει και τα ξανακλείνει. Το κορίτσι όμως χαμογελάει κι ανασηκώνεται. Στρώνει με το ελεύθερο χέρι τη φούστα της που έχει ανεβεί ψηλά πάνω απ’ τα γόνατα. Τα μάγουλά της κατακόκκινα. 

Συγνώμη για την ενόχληση, λέω. Δε θα’ αργήσω. Αρχίζω να καθαρίζω με το πάσο μου δε βιάζομαι καθόλου. Έτσι κι αλλιώς τι να καθαρίσεις εκεί μέσα. Στο μεταξύ όλο και ρίχνω καμιά ματιά να δω τι κάνουν. Σκέφτομαι να πω κάτι. Σκέφτομαι να τη ρωτήσω αν είναι καλά τι τους είπαν οι γιατροί πόσες μέρες θα τους κρατήσουν στο νοσοκομείο αν θα τους κάνουν εγχείρηση τέτοια πράγματα. Θέλω να τη ρωτήσω αν ήτανε δικιά της ιδέα να κολλήσουν τα χέρια τους και τι κόλλα έβαλε και τι έκαναν οι φύλακες όταν την πήραν είδηση. Τη χτύπησαν την έβρισαν; Ένα σωρό πράγματα θέλω να τη ρωτήσω. Φοβάμαι όμως μη μ’ ακούσει ο άλλος απ’ έξω και με διώξει. Άσε κιόλας λέω που μπορεί να μην έχει όρεξη για κουβέντες. Δε της φτάνουν τα δικά της να ‘χει τώρα και μια καθαρίστρια μια ξένη να τριγυρνάει στα πόδια της και να ρωτάει τι και πώς και γιατί.

Καθώς σφουγγαρίζω ακούω το νεαρό να μουρμουρίζει κάτι. Το κορίτσι σκύβει και του χαϊδεύει το μέτωπο και τα μαλλιά. Ύστερα γυρίζει και με ρωτάει ψιθυριστά αν έχω τσιγάρα. Πώς βέβαια λέω κι εγώ ψιθυριστά και βγάζω το πακέτο μου. Παίρνει ένα τ’ ανάβει και το βάζει στο στόμα του νεαρού. Της λέω με νοήματα να κρατήσει το πακέτο. Κρατήστε το της λέω έχω κι άλλο κάτω. Τη ρωτάω αν χρειάζονται τίποτα άλλο. Άμα θέλει να φωνάξω καμιά νοσοκόμα ή να φέρω λίγο νερό ή τίποτα να τσιμπήσουν απ’ την καντίνα. Της λέω στα κρυφά πάντα πως έχω φέρει γεμιστά απ’ το σπίτι και φέτα και ψωμί μα δεν ξέρω αν θα μ’ αφήσει ο φύλακας να τους τα δώσω.

Εντάξει είμαστε μου λέει με χαμόγελο και κοκκινίζει κι άλλο. Ευχαριστούμε πολύ. Εντάξει είμαστε. Ευχαριστούμε.  

Και τότε γίνεται κάτι παράξενο. Έτσι όπως μιλάμε με ψουψουψού και νοήματα μου απλώνει το χέρι. Εγώ τώρα δεν ξέρω γιατί διστάζω. Δεν ξέρω γιατί αλλά διστάζω να πιάσω το χέρι της. Αλήθεια. Στέκομαι σα ζωντόβολο εκεί πέρα με τη σφουγγαρίστρα και κοιτάω το χέρι που είναι απλωμένο προς το μέρος μου. Μια σταλιά είναι. Ένα χεράκι τοσοδά άσπρο και αδύνατο.

Το κορίτσι χαμογελάει αλλά είναι λιγάκι στραβό το χαμόγελό της. Ξέρεις όπως όταν σου κάνει ένεση ο οδοντίατρος και το στόμα σου πρήζεσαι και μουδιάζει. Ύστερα σκύβει μπροστά και —

Μη φοβάστε μου λέει ψιθυριστά. Δεν έχω βάλει κόλλα. 


Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 27 Μαρτίου, 7:30 μ.μ. ΕΕΤ

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

κείμενο: Η αυλή των θαυμάτων (Ιάκωβος Καμπανέλλης)

θέμα: Γράψτε για τη φορά που δεν κατανοήσατε/δεν γίνατε κατανοητοί από κάποιον.

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Απόσπασμα από το θεατρικό έργο Η Αυλή των θαυμάτων του Ιάκωβου Καμπανέλλη (1957)

Το έργο αρχίζει ένα σούρουπο στις αρχές του καλοκαιριού. Η ΜΑΡΙΑ κάθεται σ ένα πεζούλι δεξιά και κεντά ένα τραπεζομάντιλο. Η ΒΟΥΛΑ έχει στηρίξει στην ξύλινη σκάλα ένα καθρέφτη και κόβει μονάχη τα μαλλιά της. Στο παράθυρο του σπιτιού του ΙΟΡΔΑΝΗ ο γιος του ο ΓΙΑΝΝΗΣ διαβάζει ένα βιβλίο. Ο ΙΟΡΔΑΝΗΣ μ’ ένα μπόγο στρωσίδια στον ώμο έρχεται απ’ το βάθος κι ανεβαίνει στην ταράτσα…

ΒΟΥΛΑ: Γιάννη…

ΓΙΑΝΝΗΣ: Ε;

ΒΟΥΛΑ: Ο μπαμπάς σου ανεβαίνει στο αστεροσκοπείο…

ΜΑΡΙΑ: Ώρα του είναι, ο ήλιος έγειρε.

ΓΙΑΝΝΗΣ δε μιλά. Ο ΙΟΡΔΑΝΗΣ απλώνει στην ταράτσα τα στρωσίδια του. Η ΒΟΥΛΑ πλησιάζει τη ΜΑΡΙΑ).

ΒΟΥΛΑ: Δε μου λες, μήπως άφησα τίποτα τσουλούφια στο λαιμό;

ΜΑΡΙΑ: Γύρνα να δω…

ΒΟΥΛΑ: Πάρε και το ψαλίδι κι ό,τι είναι κόβε το. (Της δίνει το ψαλίδι και κοντοκαθίζει πλάτη προς στη ΜΑΡΙΑ).

ΜΑΡΙΑ: Γιατί τα ‘κοψες μόνη σου;

ΒΟΥΛΑ: Αν είχα λεφτά θα πήγαινα στο κομμωτήριο… αλλά πού λεφτά…;

ΜΑΡΙΑ: Μα σεις την περασμένη βδομάδα είχατε ένα μάτσο…

ΒΟΥΛΑ: Είχαμε βλέπεις, τώρα δεν έχουμε φράγκο.

ΜΑΡΙΑ: Είστε τρελοί κι οι δυο σας… Να το ξέρεις!

ΒΟΥΛΑ: Εγώ φταίω;… του άντρα μου τα χέρια είναι τρύπια και δεν του στέκει δεκάρα.

ΜΑΡΙΑ: Ναι, γιατί πας πίσω εσύ… Δεν είδα ποτέ άμα σε τραβολογά για γλέντια να του πεις όχι…

ΒΟΥΛΑ: Γιατί να του πω όχι… Νέοι είμαστε, να μη χαρούμε μια στάλα;

ΙΟΡΔΑΝΗΣ κατεβαίνει απ’ το ταρατσάκι και πηγαίνει στο βάθος).

ΜΑΡΙΑ: Πρέπει να βάζετε κάτι στην άκρη…

ΒΟΥΛΑ: Ό,τι θέλεις λες. Αν είχαμε κάτι ταχτικό, τότε ναι…         Μ’ αυτός μια βδομάδα δουλεύει και δυο κάθεται…!

ΜΑΡΙΑ: Κι είναι ανάγκη να τα τρώτε μαζεμένα και να πεινάτε ύστερα;

ΒΟΥΛΑ: Άμα κακοπερνάς δυο βδομάδες ύστερα θες να ξεσκάσεις, φυσικό είναι.

ΜΑΡΙΑ: Παρ’ το ψαλίδι, σου τα συμμάζεψα.

ΒΟΥΛΑ: Σ ευχαριστώ, κούκλα μου, θες να σου κόψω και τα δικά σου;

ΜΑΡΙΑ: Δεν μου χρειάζεται…

(Απ’ το δωμάτιό της βγαίνει η ΑΝΝΕΤΩ, εξήντα χρονώ. Ξεσκονίζει μ ένα σκουπάκι μια πάνινη βαλίτσα και τραγουδά)

ΑΝΝΕΤΩ: Ραμόνα, θυμήσου τώρα τα παλιά

                     Ραμόνα, θυμήσου πάλι τα παλιά

                     Ραμόνα… Ραμόνα θυμήσου πάλι τα παλιά

                     Ραμόνα, θυμήσου παλιά…

ΜΑΡΙΑ: Πήγε στην Τράπεζα χτες κι έστειλε όλα της τα λεφτά στην Αγγλία… Ξεπαραδιάστηκε πάλι η τρελόγρια…

ΒΟΥΛΑ: Και πως θα πάει στην Πάρο…; Με τι λεφτά…;

ΜΑΡΙΑ: Κάποιονε θα ‘βαλε στο χέρι… ή θα σήκωσε πάλι τις συντάξεις όλου του χρόνου…

ΒΟΥΛΑ: (Στην ΑΝΝΕΤΩ). Ώστε μας φεύγεις αύριο;

ΑΝΝΕΤΩ: Θα φύγω να μη σας ενοχλώ…

ΒΟΥΛΑ: Έλα τώρα μη σε παίρνει το παράπονο…

ΑΝΝΕΤΩ: Αφού μια έρημη γριά γυναίκα εγώ, με το ένα πόδι στο λάκκο, σας ενοχλώ όλους εδώ μέσα, φεύγω, για να βρείτε την ησυχία σας.

ΒΟΥΛΑ: Ε καημένη, κι εσύ πια… Όλοι εδώ μέσα ζούμε… θα τύχει και μια παρεξήγηση.

ΑΝΝΕΤΩ: Μια παρεξήγηση καλή και άγια. Μα σεις αιωνίως και τυμπανίως μου κοπανάτε ότι σας ανακατεύω τα σκώτια. Ναι ή όχι;

ΜΑΡΙΑ: Αν είπαμε και μια κουβέντα παραπάνω εσύ πάλι το ‘δεσες κόμπο;

ΑΝΝΕΤΩ: Εμείς στην Αγγλία αυτά δεν τα ‘χουμε! Φεύγω κι εγώ, πάω να κάτσω στην Πάρο ένα χρονάκι να ξανασάνω και γω και σεις… Κι α δε με ξαναδείτε, συχωρέστε με, κι ο Θεός να σας συχωράει… (Ψευτοκλαίει).

ΒΟΥΛΑ: (Τρέχει κοντά της). Έλα, έλα τώρα, άσε τις κλάψες. Αφού το ξέρεις πόσο σε αγαπάμε!

ΑΝΝΕΤΩ: Σάματι εγώ δε σας αγαπώ…;

ΜΑΡΙΑ: Μπορούμε μείς να ζήσουμε χωρίς εσένα;

ΑΝΝΕΤΩ: Και μήπως μπορώ εγώ…;

ΜΑΡΙΑ: (πάει κι αυτή κοντά στην ΑΝΝΕΤΩ)… Έλα κάτσε δω να, παραπονιάρα… Δώσε μου να σου ξεσκονίσω εγώ τη βαλίτσα σου.

ΑΝΝΕΤΩ: Άσε, μη λερώνεις τα χεράκια σου. Την ξεσκόνισα, μάτια μου…

ΒΟΥΛΑ: Θα σου ετοιμάσουμε εμείς τα πράγματά σου… Εσύ κάτσε να ξεκουραστείς…

ΑΝΝΕΤΩ: (Ξεχνά τελείως την κλάψα)… Καλά, ας καπνίσω ένα τσιγαράκι. Όμως τα πράματά μου θα τα βολέψω μοναχή μου… Μ’ αρέσει να φτιάχνω ταξιδιάρικη βαλίτσα… τρελαίνομαι…

ΒΟΥΛΑ: Πάρε και το μαξιλαράκι να ‘σαι μαλακά…


Live Virtual Group Session: 12PM EDT March 18th 2022

Thank you to everyone who joined us for this session!

For this session we read an excerpt from Species by Tishani Doshi, posted below. 

Our prompt was: “Write about a world difficult to imagine.”

More details will be posted on this session, so check back again!

Participants are warmly encouraged to share what you wrote below (“Leave a Reply”), to keep the conversation going here, bearing in mind that the blog of course is a public space where confidentiality is not assured.

Also, we would love to learn more about your experience of these sessions, so if you’re able, please take the time to fill out a follow-up survey of one to two quick questions!

Please join us for our next session Monday March 21st at 6pm EDT,  with more times listed on our Live Virtual Group Sessions page.


Species by Tishani Doshi


When it is time, we will herd into the bunker of the earth
to join the lost animals – pig-footed bandicoot, giant sea
snail, woolly mammoth. No sound of chainsaws, only
the soft swish swish of dead forests, pressing our heads
to the lake’s floor, a blanket of leaves to make fossils
of our femurs and last suppers. In a million years
they will find and restore us to jungles of kapok.
Their children will rally to stare at ancestors.
Neanderthals in caves with paintings of the gnu
period. Papa Homo erectus forever squatting over
the thrill of fire. Their bastard offspring with prairie-size
mandibles, stuttering over the beginnings of speech. And finally,
us – diminutive species of Homo, not so wise, with our weak necks
and robo lovers, our cobalt-speckled lungs. Will it be for them
as it was for us, impossible to imagine oceans where there are now
mountains? Will they recognise their own story in the feather-tailed
dinosaur, stepping out of a wave of extinction to tread over blooms
of algae, never once thinking about asteroids or microbial stew?
If we could communicate, would we admit that intergalactic
colonisation was never a sound plan? We should have learned
from the grass, humble in its abundance, offering food and shelter
wherever it spread. Instead, we stamped our feet like gods,
marvelling at the life we made, imagining all of it to be ours.


Credit: Granta Magazine, Poetry, Granta 151, April 30th 2020