Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής:Κυριακή 11 Οκτωβρίου στις 8:00 μ.μ. (ώρα Ελλάδας)

κείμενο: Σενιορίτα (Έρση Σωτηροπούλου)

θέμα: Γράψτε για τη στιγμή που χάθηκε (ή βρέθηκε) ο ειρμός


Ευχαριστούμε θερμά όλους και όλες που συμμετείχατε σε αυτή τη συνεδρία!

Στη συνεδρία αυτή διαβάσαμε ένα απόσπασμα από τη νουβέλα Σενιορίτα της Έρσης Σωτηροπούλου, που παρατίθεται παρακάτω.

Η προτροπή μας ήταν: «Γράψτε για τη φορά που χάθηκε (ή βρέθηκε) ο ειρμός».

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε επίσης να μάθουμε περισσότερα για την εμπειρία σας από αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey

Έρση Σωτηροπούλου, Σενιορίτα (απόσπασμα). Εκδόσεις Πατάκη, 2026


Κοίταξε τους άντρες στο διπλανό τραπέζι που είχαν σταματήσει να τρώνε, έμοιαζαν να δυσφορούν, έξυναν με το νύχι του τραπεζομάντιλο. Quierro volver volver, volver ξεχυνόταν από τα μεγάφωνα, αυτός που τραγουδούσε ήταν ράκος, έτοιμος να κλατάρει, στο βάθος ακουγόταν πάλι τρίξιμο δοντιών. Προσπάθησε να ξαναγυρίσει σε αυτό που σκεφτόταν νωρίτερα. Όταν μπήκε στην taqueria.  Όταν κάθισε σ’ αυτό το τραπέζι. Πριν εμφανιστούν οι γυναίκες με τον κότσο σκαντζόχοιρο. Σκεφτόταν κάτι κρίσιμο, είχε ζωτική σημασία. Κάτι είχε ανακαλύψει. Κάτι είχε αρχίσει να ανακαλύπτει που την ταρακούνησε. Ύστερα είχαν τραβήξει την προσοχή της αυτές οι γυναίκες και το νήμα είχε χαθεί. 

Μια στιγμή τής φάνηκε ότι θυμόταν, αλλά η στιγμή είχε περάσει. Ήταν ένας συνειρμός που ξεκίνησε σχεδόν αυτόματα όταν μπήκε στην taqueria και κάθισε σ’ αυτό το τραπέζι, μια σκέψη που ενώ διαμορφωνόταν οδηγούσε κατευθείαν σε άλλες σκέψεις, είχε κάτι αυταπόδεικτο αλλά μαζί μ’ ένα στοιχείο αποκάλυψης γιατί φανερώθηκε ξεσκίζοντας αμέσως ένα μανδύα βαρύ από μικρές και μεγάλες αγωνίες υφασμένες με μισόλογα, προφάσεις, ανακρίβειες, αληθοψέματα, περιφράσεις, χτυπηματάκια στην πλάτη, στομφώδεις συμβουλές και χαμόγελα λύκου, όλα συντρίμμια μπροστά της, και το πιο καταπληκτικό, βρισκόταν φάτσα στην πίστα, ήταν τόσο προφανής που είχε μείνει εμβρόντητη, της φάνηκε απίστευτο ότι όλο αυτό τον καιρό δεν είχε περάσει από το μυαλό της. 

Είχε αντιληφθεί κάτι. ΚΑΤΙ. Που δεν θα μπορούσε να αγνοήσει ποτέ στη ζωή της, που όσο κι αν πάσχιζε δεν θα μπορούσε ποτέ να το ξεχάσει. Κι όμως το ξέχασε.

Θα διατάξω τον εαυτό μου, είπε μέσα της. Θα τον διατάξω. Θα το θυμηθώ. Y volveer, volveeer, ικέτευε η φωνή από το μεγάφωνο χωρίς να το πιστεύει. Κι αμέσως έπεσε πάνω της και την πλάκωσε μια άλλη φωνή, λίγο κελαριστή, νεαρότερου άνδρα που σαν να είχε φρεσκοξυπνήσει και τραγουδούσε το «Llamarada» μπροστά σε ανοιχτό παράθυρο. 

Προσπάθησε να θυμηθεί. Καθετί που άρχιζε να θυμάται άδειαζε αμέσως. Όλες οι αναμνήσεις ήταν κούφιες, κενές.

Υπήρχε ένα υπόλειμμα σκέψης. Καρφωμένο σαν σκλήθρα. Μια σκέψη παλιότερη, άχρηστη που αντιστεκόταν.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.