Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Τετάρτη 20 Ιανουαρίου, 8:30 pm EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

 Ποίημα: Νίκος Καρούζος, “Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος” (Συλλογή: Δυνατότητες και Χρήση της Ομιλίας, 1979). 

Θέμα: “Γράψτε για κάτι που ποτέ στ’ αλήθεια δεν μάθατε”.

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


  Νίκος Καρούζος, 
 “Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος”
 (Δυνατότητες και χρήση της ομιλίας, 1979). 

Ποτέ στ' αλήθεια δεν το 'μαθα
 τι είναι τα ποιήματα.
 Είναι πληγώματα
 είν' ομοιώματα
 φενάκη
 φρεναπάτη;
 Φρενάρισμα ίσως;
 ταραχώδη κύματα;
 τι είναι τα ποιήματα;
 Είν' εκδορές απλά γδαρσίματα;
 είναι σκαψίματα;
 Είναι ιώδιο; είναι φάρμακα;
 είναι γάζες επίδεσμοι
 παρηγόρια ή διαλείμματα;
 Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα.
 Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης. 

Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 10 Ιανουαρίου, 8:30 pm EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

 Ζωγραφική: “Εσωτερικό” (Τάσος Χώνιας)

Θέμα: “Γράψτε για τη φορά που μπήκατε σε/βγήκατε από ένα δωμάτιο” ή “Ζωγραφίστε ένα ιδιαίτερο δωμάτιο”

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Ζωγραφική: “Εσωτερικό” (Τάσος Χώνιας)


Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 13 Δεκεμβρίου, 8:30 pm EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

Κείμενο: Ανδρέας Εμπειρίκος, «Τριαντάφυλλα στο παράθυρο» (Υψικάμινος, 1935)

Θέμα: Σκοπός της ζωής μας είναι…

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Ανδρέας Εμπειρίκος, «Τριαντάφυλλα στο παράθυρο» (Υψικάμινος, 1935)

Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτή την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη.  Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας. Της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε αναμόχλευση των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεώς μας.


Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου, 8:30 pm EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

Κείμενο: Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο (απόσπασμα από το κεφάλαιο «Η μάνα»). Αθήνα: εκδ. Ελ. Καζαντζάκη, 1964. 

Θέμα: Γράψτε για τη μυρωδιά των αναμνήσεων.

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο (απόσπασμα από το κεφάλαιο «Η μάνα»). Αθήνα: εκδ. Ελ. Καζαντζάκη, 1964. 

Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο – καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να ‘ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.

Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε.

Αγαπούσα που τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.

Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου, δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουνα, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:

– Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.

Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε:

«Αλήθεια λες;» και χαμογελούσε.

Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.

Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου· δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της -από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και το κελάδημα του καναρινιού.


Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Τρίτη 27 Οκτωβρίου, 8:30 pm EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

πίνακας: Πίτερ Μπρέγκελ ο Πρεσβύτερος, Τοπίο με την πτώση του Ικάρου, 1558.

Θέμα: Γράψτε για έναν ασήμαντο παφλασμό

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Πίτερ Μπρέγκελ ο Πρεσβύτερος, Τοπίο με την πτώση του Ικάρου, 1558.
 Τοπίο με την πτώση του Ικάρου (1962)
 Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς
 
 Σύμφωνα με τον Μπρύγκελ
 όταν ο Ίκαρος έπεσε
 ήταν άνοιξη
 
 ένας αγρότης
 όργωνε το χωράφι του
 το πανηγύρι
 
 της φύσης μόλις
 είχε αρχίσει
 ολόλαμπρο κάτω
 
 απ’ τον πυρωμένο
 ήλιο που έλιωσε
 το κερί των φτερών
 
 ανεπαίσθητα, λίγο
 πιο πέρα απ’ την ακτή
 ακούστηκε ένας
 
 ασήμαντος παφλασμός
 αυτό ήταν
 το τέλος του Ικάρου 
 
 Μετάφραση: Νάσος Βαγενάς 

Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου, 7:30 m.m. EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

Το κείμενό μας για σήμερα ήταν: Αχιλλέας Κυριακίδης, “Σώμα

Θέμα: Γράψτε την ιστορία ενός πόνου

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Απόσπασμα από τη νουβέλα Σώμα του Αχιλλέα Κυριακίδη (Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2017).

Ένας πόνος.

Είχε αρχίσει από νωρίτερα, ύπουλος, ένα ελαφρά γλυκό γουργούρισμα που έφερνε γύρους στην κοιλιά του σαν κάτι να ‘ψαχνε την έξοδο, κι ύστερα, ενώ συνέχιζε το βάδισμα, η απελπισία αυτού του «κάτι» το ‘φερε να χτυπάει στα τοιχώματα και να φωνάζει με τη μόνη γλώσσα που ήξερε, μια αιχμηρή, παρατεταμένη σουβλιά, νότια-νοτιοανατολικά.

       Η περιτονίτις αποσοβήθηκε εγκαίρως, χάρη σ’ έναν γενναιόδωρο οδηγό ταξί που τον πήγε αμισθί στο Πρώτων βοηθειών, τότε γωνία Καποδιστρίου και 3ης Σεπτεμβρίου, κι από κει, με το γνωστό αλαλάζον ερυθρόλευκο όχημα, ο Μάρτης διακομίστηκε στο Ιπποκράτειο.

       Θυμάται το φορείο, την παγωνιά στο χειρουργείο, τον πόνο που δεν έλεγε να πάψει να του σκίζει τα σωθικά, κι ότι με το που έφερε ακριβώς αυτή τη λέξη στο μυαλό του, αμετανόητος, έψαξε να ‘βρει κάποια σκοτεινή ετυμολογία, κι ύστερα έπαιξε με τους τονισμούς και «σώθηκα» σκέφτηκε, γιατί ήδη κάποιος έσκυβε από πάνω του και τον ρωτούσε.

       «Μαρτινιανός Σταύρου».

       «Πώς;»

       «Μαρτινιανός. Σταύρου».

       «Μην ανησυχείς, Μα… τρινιανέ».

       Δεν πρόλαβε ούτε να διορθώσει ούτε ν’ ανησυχήσει, γιατί μια αιθέρια μάσκα έπεσε στο πρόσωπό του και τον γέμισε ύπνο.

       Δεν ήταν η πρώτη του χειρουργική επέμβαση. Έξι χρονών, αμυγδαλές, έφαγε τα περισσότερα παγωτά που θυμάται να ‘χει φάει μέσα σε πέντε μέρες, και διάβασε το πρώτο Κλασσικό Εικονογραφημένο* που η μυρωδιά του έμελλε να τον συνοδεύει σε κάθε διαφυγή του από λογής υπονόμους, στο θάνατο κάθε Φαντίνας—η μυρωδιά, και η εικόνα ενός καπέλου που επέπλεε στο ποτάμι, σηματοδοτώντας τον αμετάκλητο πνιγμό του Κακού.

Τώρα, στο διπλανό κρεβάτι του Ιπποκρατείου, ένας αποστεωμένος γέροντας πονούσε σε μια γλώσσα γοητευτικά ακατάληπτη. Ο Μάρτης προσπάθησε να αποκρυπτογραφήσει έστω και μια λέξη από το αδιάλειπτο παραλήρημα του γείτονα, αλλά χρειάστηκε να εμφανιστεί, έστω και διάττουσα, η εξίσου γηραιά σύζυγος;, αδελφή;, του πάσχοντος, για να καταλάβει (έστω από μισόλογα, αλλά εύληπτα) πως όλες οι κατάρες, οι βλαστήμιες και οι προσευχές του γέροντα κατάγονταν από μια περιοχή χαμένη σε κάτι ανερεύνητα εδάφη των βαθύτερων Βαλκανίων που, ακριβώς επειδή καμία χώρα δεν ασχολήθηκε με το να τα διεκδικήσει, είχαν αφεθεί χωρίς αντίσταση να τα τεμαχίσουν τριεθνείς συνοριακές διευθετήσεις.

       Πώς και γιατί είχε βρεθεί αυτός ο εξωτικός άνθρωπος σ’ ένα νοσοκομείο των Αθηνών, πώς είχε συνεννοηθεί με τους θεράποντες ουσία άλαλος, τι του ήταν η γυναίκα που διερμήνευε τους πόνους του, στεκόταν λίγο στο ιδρωμένο του προσκέφαλο κι ύστερα κοίταζε το ρολογάκι της, χαιρετούσε τον Μάρτη με συντρίμμια ελληνικών κι έφευγε σαν να την περίμενε ένα χρέος πιο σημαντικό από τη ζωή ενός άλλου που της ήταν τι;, σύζυγος;, αδελφός;, τίποτα;

       Όταν πήραν τον ξένο για να τον κόψουν εκεί όπου είχαν δείξει οι εξετάσεις, ο Μάρτης, μόνος σ’ ένα θάλαμο τεσσάρων κλινών, οι δύο κενές εξ υπαρχής, θυμήθηκε ένα διήγημα του Αμερικανού Κρίστιαν Γκρέινβιλ, για κάποιον που αφικνείται σ’ ένα αεροδρόμιο όπου ομιλείται μια σκληρή, αφωνήεσσα γλώσσα, και μόνο στο τέλος του διηγήματος ο αναγνώστης συνάγει ότι αυτό το αεροδρόμιο είναι ο θάνατος, ότι αυτό ακριβώς είναι ο θάνατος: η αδυναμία επικοινωνίας και συνεννόησης με τους άλλους. Τι σοφή που είναι αυτή η λέξη, «συνεννόηση», σκέφτηκε, και γι’ άλλη μια φορά ευχαρίστησε τον ανώνυμο έλληνα λογοπλάστη.


Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου, 6 m.m. EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

Το κείμενό μας για σήμερα ήταν: Μαίρη Όλιβερ, «Άγριες χήνες»

Θέμα: Εν τω μεταξύ ο κόσμος συνεχίζει…

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Μαίρη Όλιβερ, «Άγριες χήνες» (1986)
(Μετάφραση: Γιώργος Χουλιάρας)

Δεν χρειάζεται να είσαι καλός.
Δεν χρειάζεται στα γόνατα να διασχίσεις
Εκατό μίλια στην έρημο, μετανοώντας.
Αρκεί να αφήσεις το μαλακό ζώο του σώματός σου
να αγαπά αυτό που αγαπά.
Πες μου για την απελπισία τη δική σου και θα πω τη δική μου.
Εν τω μεταξύ ο κόσμος συνεχίζει.
Εν τω μεταξύ ο ήλιος και τα διάφανα βότσαλα της βροχής
μετακινούνται από τοπίο σε τοπίο,
πάνω από τις πεδιάδες και τα βαθιά δέντρα,
τα βουνά και τα ποτάμια.
Εν τω μεταξύ οι άγριες χήνες, στον καθαρό μπλε ουρανό,
επιστρέφουν στις εστίες τους πάλι.
Όποιος και αν είσαι, δεν έχει σημασία πόσο μόνος,
ο κόσμος προσφέρεται στη φαντασία σου,
σε καλεί όπως οι άγριες χήνες, βραχνά και συναρπαστικά –
συνεχώς διακηρύσσοντας τη θέση σου
στην οικογένεια των πραγμάτων.

Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Πέμπτη 27 Αυγούστου, 6 m.m. EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

Το κείμενό μας για σήμερα ήταν: «Χοιροκάμηλος» της Έρσης Σωτηροπούλου

Θέμα: Γράψτε για ένα χώρο φροντίδας

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Απόσπασμα από το διήγημα «Χοιροκάμηλος» της Έρσης Σωτηροπούλου (Χοιροκάμηλος. Αθήνα, Κέδρος, 1992)

Βασίλευε απόλυτη ησυχία στο γραφείο. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που έκαναν τις επισκέψεις αυτές τόσο ευχάριστες. Όλα ήταν τακτοποιημένα και καθαρά και ταυτόχρονα φρέσκα, αποπνέοντας μια αίσθηση δροσιάς που δεν ήταν εφήμερη. Αλλά ήταν κυρίως ένα μέρος ζεστό κι αυτό άρεσε στη Φρέντυ. Ο εξωτερικός κόσμος σταματούσε πίσω από το χαμηλό κίτρινο παράθυρο με τα κλειστά παντζούρια και ο ασθενής βουλιάζοντας σε μια φθαρμένη, βελούδινη πολυθρονίτσα απέναντι στο γιατρό, μπορούσε, σκύβοντας λίγο το κεφάλι και καμπουριάζοντας αριστερά, να δει όλο το σκηνικό του ιατρείου να συμπυκνώνεται στην αντανάκλαση του τζαμιού όπως σε μια μαγική σφαίρα. Έτσι είχε σκύψει κι η Φρέντυ εκείνο το πρώτο απόγευμα που πάτησε το πόδι της εδώ και είχε δει το σώμα της να μικραίνει και το πρόσωπό της να μεγεθύνεται καταπίνοντας όλο το σκηνικό. Έκθαμβη είχε κοιτάξει μέσα στις κόρες των ματιών της όπου ο μικρόκοσμος του τζαμιού έπαιρνε ζωή και αστραπιαία χανόταν.

       Την είχε φέρει με το ζόρι η μητέρα της και στην εξώπορτα είχαν καυγαδίσει. «Γιατί θέλεις να με ψαχουλέψει άλλος ένας γιατρός;» ρωτούσε τρέμοντας η Φρέντυ. Χωρίς απάντηση η μητέρα της είχε πατήσει το κουδούνι και είχαν περάσει στο φωτισμένο προθάλαμο χωρίς να κοιτάζονται.

Είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε. Τώρα ήταν πιο χλωμή, τα χέρια της έτρεμαν περισσότερο. Και ο γιατρός άλλωστε είχε παχύνει τουλάχιστον οκτώ κιλά. Παρ’ όλο που εκείνη την πρώτη φορά ήταν καλοκαίρι και η ημέρα κρατούσε ως τις εννιά ή εννιάμισι, η Φρέντυ μπαίνοντας στο γραφείο είχε την εντύπωση ότι είχε κιόλας νυχτώσει κι αυτό ασυναίσθητα την έκανε να χαλαρώσει. Είχε αρχίσει να συμπαθεί το ιατρείο και το γιατρό και στο εξής, σ’ όλα τα ραντεβού που ακολούθησαν, κάθε φορά που εκείνος έκλεινε την πόρτα πίσω της και πήγαινε να σταθεί όρθιος απέναντί της περιμένοντάς την να καθίσει, μεσολαβούσε ένα κενό χρόνου, λίγα δευτερόλεπτα καθυστέρησης, ίσως φανταστικής, που σήμαιναν την έναρξη μιας διαδικασίας εξαιρετικά ευχάριστης. Αμέσως μόλις καθόταν στην πολυθρόνα, η Φρέντυ έσκυβε γέρνοντας τους ώμους και κοίταζε τον εαυτό της στο τζάμι. Αυτό ήταν το δεύτερο σήμα. Εν τω μεταξύ ο γιατρός μελετούσε το ντοσιέ της. Έπειτα σήκωνε λίγο το κεφάλι, έστρεφε το βλέμμα του πάνω της κι άρχιζε να της μιλάει. Έτσι άρχιζε  κανονικά η επίσκεψη. Όμως το γεγονός ότι έμενε πάντα σιωπηλός όση ώρα εκείνη χαιρετούσε το είδωλό της στο τζάμι, επιβεβαίωνε  τη συνενοχή του σ’ ένα δικό τους μυστικό κώδικα.


Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Τρίτη 28 Ιουλίου, 7 m.m. EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

Το κείμενό μας για σήμερα ήταν: Ρούλη Μπούα, «Γυρίζοντας την πλάτη στο μέλλον»

Θέμα: Γράψτε για τη φορά που είδατε το μέλλον

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Ρούλη Μπούα,
«Γυρίζοντας την πλάτη στο μέλλον»
(70×90εκ, 2007)


Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 28 Ιουνίου, 6 m.m. EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

Το κείμενό μας για σήμερα ήταν: «Η παλιά αβρότητα» (Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς, Ιστορίες Ενός Γιατρού. 1984. Μτφρ. Ειρήνη Παπαθανασίου. Εκδ. Αρμός, 2020)

Θέμα: Γράψτε για ένα σκίρτημα

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.


«Η παλιά αβρότητα» (Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς, Ιστορίες Ενός Γιατρού. 1984. Μτφρ. Ειρήνη Παπαθανασίου. Εκδ. Αρμός, 2020)

Εκείνο τον καιρό, ήμουν ο μόνος γιατρός που είχαν στο Γκίνι Χιλ. Σήμερα σ’ αυτές τις γειτονιές μπορεί να ασκούν την ιατρική κάποια απ’ τα παιδιά που έφερα στον κόσμο τότε. Αλλά εκείνο τον καιρό τούς είχα όλους πελάτες. Τους είχα αγαπήσει, ήταν πολύ εντάξει άνθρωποι. Οι περισσότεροι ήταν Ιταλοί χωρικοί από μια περιοχή νότια της Νάπολης, που ζούσαν σε μικρά, πρόχειρα χτισμένα σπίτια – που δούλευαν σε ό,τι μπορούσαν να βρουν προκειμένου να επιβιώσουν και που τελικά, με κάποιον τρόπο, τα κατάφερναν.

     Ανάμεσα στ’ άλλα, υπήρχε ένα μικρό προκατασκευασμένο σπιτάκι, κουτί θα το έλεγες καλύτερα, που πάντα μου τραβούσε το ενδιαφέρον, αλλά που δεν είχε τύχει να μπω μέσα. Υψωνόταν στη μέση ενός συνηθισμένου μικρού κήπου και καμιά φορά έβλεπες στην πόρτα έναν ηλικιωμένο άντρα απλώς να στέκεται εκεί και να ρεμβάζει, καπνίζοντας ένα μεγάλο καμπυλωτό επάργυρο τσιμπούκι. Εννοείται ότι ήρθε η μέρα που μπήκα και σ’ αυτό το σπίτι.

     Μόλις είχα εξετάσει ένα παιδί στους Πετρέλο ή στους Αλμπίνο, σε κάποιους τέλος πάντων, όταν, όπως συνέβαινε πολύ συχνά, την ώρα που έφευγα η γυναίκα του σπιτιού με σταμάτησε στην πόρτα μ’ ένα χαμόγελο.

     Γιατρέ, θέλω να επισκεφθείς τους ηλικιωμένους που μένουν δίπλα. Η γριούλα είναι άρρωστη. Δεν θέλει να καλέσει κανέναν, υπολόγισέ το στη δική μας επίσκεψη. Την αμοιβή σου θα την τακτοποιήσω εγώ κάποια στιγμή. Θα το κάνεις – για μένα;

     Να μην πήγαινα; Ήταν ένα πρωινό του Ιουνίου. Έπρεπε να κάνω μόνο λίγα μέτρα στον δρόμο – με όλη τη θέα της Νέας Υόρκης να απλώνεται μπροστά μου πιο πέρα απ’ τα λιβάδια που είχαν αρχίσει να πρασινίζουν  – και να σπρώξω τη χαμηλή πόρτα του μικρού λαχανόκηπου.

     Ο ηλικιωμένος άντρας μού άνοιξε την πόρτα του σπιτιού πριν προλάβω να χτυπήσω. Χαμογελώντας και κλίνοντας το κεφάλι του πολλές φορές από σεβασμό στον γιατρό, μου έδειξε το πάνω πάτωμα. Δεν μίλαγε λέξη αγγλικά κι εγώ δεν μίλαγα ιταλικά, έτσι συνεχίσαμε με νοήματα.

     Ήταν υπέροχος. Ένα ευγενικό, καλοπροαίρετο πλάσμα, ψηλός όσο και το σπίτι, με μακριά ολόλευκα μαλλιά και μεγάλο άσπρο μουστάκι. Κάθε κίνηση που έκανε ανέδιδε το άρωμα της παλιάς αβρότητας. Μου είπε κάποιες λέξεις σαν να απολογούνταν που δεν μπορούσε να μιλήσει αγγλικά και μου έδειξε ξανά προς τα πάνω.

     Το μέρος που στεκόμουν ήταν όλο κι όλο ένα δωμάτιο που είχε μέσα τα πάντα: Μαγείρευες στη μία γωνία, έτρωγες δίπλα και καθόσουν να τα πεις με φίλους και συγγενείς παραδίπλα. Τα πάντα ήταν πεντακάθαρα και υπήρχε μια αδιόρατη μυρωδιά από ένα μείγμα σκόρδου, πιπεριάς και ελαιόλαδου, που το συναντάς συχνά στα σπίτια αγροτών.

     Υπήρχε μόνο άλλο ένα δωμάτιο ακριβώς από πάνω. Για να ανεβαίνουν είχαν βάλει μια φορητή σκάλα. Η καταπακτή ήταν ανοιχτή και η σκάλα στη θέση της. Ανέβηκα. Ο ηλικιωμένος άντρας έμεινε κάτω.

Τι σκίρτημα! Υπήρχε ένα τεράστιο κρεβάτι που έμοιαζε να πιάνει σχεδόν όλο τον χώρο κι ίσως μία ή δύο καρέκλες δίπλα του, κανένα άλλο έπιπλο, και στο κρεβάτι, βουλιαγμένη μέσα στο μαλακό στρώμα και σκεπασμένη μ’ ένα εξαιρετικό πουπουλένιο πάπλωμα, ήταν ξαπλωμένη η γυναίκα που μ’ είχαν καλέσει να δω.

     Το πρόσωπό της ήταν στεγνό και χαρακωμένο από ρυτίδες, όπως όλα τα πρόσωπα των γέρων χωρικών, αλλά ακτινοβολούσε με το ίδιο υπομονετικό χαμόγελο σαν εκείνο του συζύγου της. Λευκά μαλλιά στο πλούσιο χρώμα του ασημιού πλαισίωναν το πρόσωπό της, και σε μένα τουλάχιστον δεν φαινόταν καθόλου άρρωστη.

     Είπε λίγες λέξεις χαμογελώντας, απ’ τις οποίες κατάλαβα ότι δεν είχε τίποτα και ότι ήξερε πως δεν χρειαζόταν γιατρό και ότι θα είχε σηκωθεί προ πολλού – οι λέξεις αυτό εννοούσαν – αν οι άλλοι δεν επέμεναν. Αφού άκουσα την καρδιά της και ψηλάφισα την κοιλιά της, της είπα ότι αν ήθελε μπορούσε να σηκωθεί – χαιρέτησα και, πριν προλάβω να γυρίσω προς τη σκάλα, αυτή είχε ήδη αρχίσει να ετοιμάζεται.

     Ο ηλικιωμένος άντρας με περίμενε κάτω. Περπατήσαμε μέχρι την πόρτα μαζί, εγώ να προσπαθώ να του εξηγήσω τι είχα συμπεράνει απ’ την εξέταση κι αυτός να υποκλίνεται και να λέει κάνα δυο λέξεις στα ιταλικά για απάντηση. Κατάλαβα ότι με ευχαριστούσε για τον κόπο μου και ότι λυπόταν που δεν είχε λεφτά, και τα λοιπά και τα λοιπά.

     Σταματήσαμε στο πορτάκι του κήπου, αντιμέτωποι μ’ εκείνες τις άβολες στιγμές που παρεμβάλλονται καμιά φορά στη συζήτηση μεταξύ δυο αγνώστων που θέλουν να κάνουν καλή εντύπωση ο ένας στον άλλο. Καθώς στεκόμαστε εκεί πέρα αμήχανοι, τον είδα να βάζει το χέρι στην τσέπη του γιλέκου του, να παίρνει κάτι από κει και να το τείνει προς εμένα.

     Ήταν ένα μικρό ασημένιο κουτί, μακρύ γύρω στα τρία εκατοστά κι ένα εκατοστό παχύ. Στο καπάκι ήταν χαραγμένη η ανάγλυφη φιγούρα μιας γυναίκας ξαπλωμένης μέσα στα λουλούδια. Το πήρα στο χέρι μου, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ τι ήθελε να κάνω μ’ αυτό. Μου το χάριζε;

     Βλέποντάς με μπερδεμένο, άπλωσε το χέρι του πολύ απαλά κι ευγενικά να το ζητήσει πίσω κι εγώ του το ξαναέδωσα. Το πήρε και το άνοιξε. Το κουτάκι περιείχε κάτι σαν καφέ σκόνη. Τον είδα να παίρνει λίγη απ’ αυτή με τον δείκτη και τον αντίχειρα, να τη βάζει στη βάση του αντίχειρα και…

Μα βέβαια, ταμπάκο! Φυσικά. Ενθουσιάστηκα.

     Καθώς ρούφαγε μια γενναιόδωρη πρέζα σκόνης πρώτα απ’ το ένα ρουθούνι και μετά απ’ το άλλο, μου πρόσφερε πίσω το κουτί – ποτέ στη ζωή μου δεν είχα πάρει μέρος σε μια διαδικασία τόσο εκλεπτυσμένη κι ευγενική.

     Προσπαθώντας να τον μιμηθώ όσο καλύτερα μπορώ, μοιράστηκα το ταμπάκο μαζί του και για μια στιγμή κόντεψα να πεθάνω. Δεν μπορούσα να σταματήσω να φταρνίζομαι. Φαντάζομαι πως ρούφηξα λίγο πιο δυνατά απ’ όσο έπρεπε. Με τα μάτια μου θολά απ’ τα δάκρυα, ένιωσα τον ηλικιωμένο άντρα να στέκεται εκεί χαμογελώντας, μια εμπειρία που παρόμοιά της δεν θα ξαναζήσω ποτέ όσο πατάω τα πόδια μου πάνω σ’ αυτή την άχαρη σφαίρα.