Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Τρίτη 28 Ιουλίου, 7 m.m. EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

Το κείμενό μας για σήμερα ήταν: Ρούλη Μπούα, «Γυρίζοντας την πλάτη στο μέλλον»

Θέμα: Γράψτε για τη φορά που είδατε το μέλλον

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Ρούλη Μπούα,
«Γυρίζοντας την πλάτη στο μέλλον»
(70×90εκ, 2007)


Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 28 Ιουνίου, 6 m.m. EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

Το κείμενό μας για σήμερα ήταν: «Η παλιά αβρότητα» (Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς, Ιστορίες Ενός Γιατρού. 1984. Μτφρ. Ειρήνη Παπαθανασίου. Εκδ. Αρμός, 2020)

Θέμα: Γράψτε για ένα σκίρτημα

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.


«Η παλιά αβρότητα» (Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς, Ιστορίες Ενός Γιατρού. 1984. Μτφρ. Ειρήνη Παπαθανασίου. Εκδ. Αρμός, 2020)

Εκείνο τον καιρό, ήμουν ο μόνος γιατρός που είχαν στο Γκίνι Χιλ. Σήμερα σ’ αυτές τις γειτονιές μπορεί να ασκούν την ιατρική κάποια απ’ τα παιδιά που έφερα στον κόσμο τότε. Αλλά εκείνο τον καιρό τούς είχα όλους πελάτες. Τους είχα αγαπήσει, ήταν πολύ εντάξει άνθρωποι. Οι περισσότεροι ήταν Ιταλοί χωρικοί από μια περιοχή νότια της Νάπολης, που ζούσαν σε μικρά, πρόχειρα χτισμένα σπίτια – που δούλευαν σε ό,τι μπορούσαν να βρουν προκειμένου να επιβιώσουν και που τελικά, με κάποιον τρόπο, τα κατάφερναν.

     Ανάμεσα στ’ άλλα, υπήρχε ένα μικρό προκατασκευασμένο σπιτάκι, κουτί θα το έλεγες καλύτερα, που πάντα μου τραβούσε το ενδιαφέρον, αλλά που δεν είχε τύχει να μπω μέσα. Υψωνόταν στη μέση ενός συνηθισμένου μικρού κήπου και καμιά φορά έβλεπες στην πόρτα έναν ηλικιωμένο άντρα απλώς να στέκεται εκεί και να ρεμβάζει, καπνίζοντας ένα μεγάλο καμπυλωτό επάργυρο τσιμπούκι. Εννοείται ότι ήρθε η μέρα που μπήκα και σ’ αυτό το σπίτι.

     Μόλις είχα εξετάσει ένα παιδί στους Πετρέλο ή στους Αλμπίνο, σε κάποιους τέλος πάντων, όταν, όπως συνέβαινε πολύ συχνά, την ώρα που έφευγα η γυναίκα του σπιτιού με σταμάτησε στην πόρτα μ’ ένα χαμόγελο.

     Γιατρέ, θέλω να επισκεφθείς τους ηλικιωμένους που μένουν δίπλα. Η γριούλα είναι άρρωστη. Δεν θέλει να καλέσει κανέναν, υπολόγισέ το στη δική μας επίσκεψη. Την αμοιβή σου θα την τακτοποιήσω εγώ κάποια στιγμή. Θα το κάνεις – για μένα;

     Να μην πήγαινα; Ήταν ένα πρωινό του Ιουνίου. Έπρεπε να κάνω μόνο λίγα μέτρα στον δρόμο – με όλη τη θέα της Νέας Υόρκης να απλώνεται μπροστά μου πιο πέρα απ’ τα λιβάδια που είχαν αρχίσει να πρασινίζουν  – και να σπρώξω τη χαμηλή πόρτα του μικρού λαχανόκηπου.

     Ο ηλικιωμένος άντρας μού άνοιξε την πόρτα του σπιτιού πριν προλάβω να χτυπήσω. Χαμογελώντας και κλίνοντας το κεφάλι του πολλές φορές από σεβασμό στον γιατρό, μου έδειξε το πάνω πάτωμα. Δεν μίλαγε λέξη αγγλικά κι εγώ δεν μίλαγα ιταλικά, έτσι συνεχίσαμε με νοήματα.

     Ήταν υπέροχος. Ένα ευγενικό, καλοπροαίρετο πλάσμα, ψηλός όσο και το σπίτι, με μακριά ολόλευκα μαλλιά και μεγάλο άσπρο μουστάκι. Κάθε κίνηση που έκανε ανέδιδε το άρωμα της παλιάς αβρότητας. Μου είπε κάποιες λέξεις σαν να απολογούνταν που δεν μπορούσε να μιλήσει αγγλικά και μου έδειξε ξανά προς τα πάνω.

     Το μέρος που στεκόμουν ήταν όλο κι όλο ένα δωμάτιο που είχε μέσα τα πάντα: Μαγείρευες στη μία γωνία, έτρωγες δίπλα και καθόσουν να τα πεις με φίλους και συγγενείς παραδίπλα. Τα πάντα ήταν πεντακάθαρα και υπήρχε μια αδιόρατη μυρωδιά από ένα μείγμα σκόρδου, πιπεριάς και ελαιόλαδου, που το συναντάς συχνά στα σπίτια αγροτών.

     Υπήρχε μόνο άλλο ένα δωμάτιο ακριβώς από πάνω. Για να ανεβαίνουν είχαν βάλει μια φορητή σκάλα. Η καταπακτή ήταν ανοιχτή και η σκάλα στη θέση της. Ανέβηκα. Ο ηλικιωμένος άντρας έμεινε κάτω.

Τι σκίρτημα! Υπήρχε ένα τεράστιο κρεβάτι που έμοιαζε να πιάνει σχεδόν όλο τον χώρο κι ίσως μία ή δύο καρέκλες δίπλα του, κανένα άλλο έπιπλο, και στο κρεβάτι, βουλιαγμένη μέσα στο μαλακό στρώμα και σκεπασμένη μ’ ένα εξαιρετικό πουπουλένιο πάπλωμα, ήταν ξαπλωμένη η γυναίκα που μ’ είχαν καλέσει να δω.

     Το πρόσωπό της ήταν στεγνό και χαρακωμένο από ρυτίδες, όπως όλα τα πρόσωπα των γέρων χωρικών, αλλά ακτινοβολούσε με το ίδιο υπομονετικό χαμόγελο σαν εκείνο του συζύγου της. Λευκά μαλλιά στο πλούσιο χρώμα του ασημιού πλαισίωναν το πρόσωπό της, και σε μένα τουλάχιστον δεν φαινόταν καθόλου άρρωστη.

     Είπε λίγες λέξεις χαμογελώντας, απ’ τις οποίες κατάλαβα ότι δεν είχε τίποτα και ότι ήξερε πως δεν χρειαζόταν γιατρό και ότι θα είχε σηκωθεί προ πολλού – οι λέξεις αυτό εννοούσαν – αν οι άλλοι δεν επέμεναν. Αφού άκουσα την καρδιά της και ψηλάφισα την κοιλιά της, της είπα ότι αν ήθελε μπορούσε να σηκωθεί – χαιρέτησα και, πριν προλάβω να γυρίσω προς τη σκάλα, αυτή είχε ήδη αρχίσει να ετοιμάζεται.

     Ο ηλικιωμένος άντρας με περίμενε κάτω. Περπατήσαμε μέχρι την πόρτα μαζί, εγώ να προσπαθώ να του εξηγήσω τι είχα συμπεράνει απ’ την εξέταση κι αυτός να υποκλίνεται και να λέει κάνα δυο λέξεις στα ιταλικά για απάντηση. Κατάλαβα ότι με ευχαριστούσε για τον κόπο μου και ότι λυπόταν που δεν είχε λεφτά, και τα λοιπά και τα λοιπά.

     Σταματήσαμε στο πορτάκι του κήπου, αντιμέτωποι μ’ εκείνες τις άβολες στιγμές που παρεμβάλλονται καμιά φορά στη συζήτηση μεταξύ δυο αγνώστων που θέλουν να κάνουν καλή εντύπωση ο ένας στον άλλο. Καθώς στεκόμαστε εκεί πέρα αμήχανοι, τον είδα να βάζει το χέρι στην τσέπη του γιλέκου του, να παίρνει κάτι από κει και να το τείνει προς εμένα.

     Ήταν ένα μικρό ασημένιο κουτί, μακρύ γύρω στα τρία εκατοστά κι ένα εκατοστό παχύ. Στο καπάκι ήταν χαραγμένη η ανάγλυφη φιγούρα μιας γυναίκας ξαπλωμένης μέσα στα λουλούδια. Το πήρα στο χέρι μου, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ τι ήθελε να κάνω μ’ αυτό. Μου το χάριζε;

     Βλέποντάς με μπερδεμένο, άπλωσε το χέρι του πολύ απαλά κι ευγενικά να το ζητήσει πίσω κι εγώ του το ξαναέδωσα. Το πήρε και το άνοιξε. Το κουτάκι περιείχε κάτι σαν καφέ σκόνη. Τον είδα να παίρνει λίγη απ’ αυτή με τον δείκτη και τον αντίχειρα, να τη βάζει στη βάση του αντίχειρα και…

Μα βέβαια, ταμπάκο! Φυσικά. Ενθουσιάστηκα.

     Καθώς ρούφαγε μια γενναιόδωρη πρέζα σκόνης πρώτα απ’ το ένα ρουθούνι και μετά απ’ το άλλο, μου πρόσφερε πίσω το κουτί – ποτέ στη ζωή μου δεν είχα πάρει μέρος σε μια διαδικασία τόσο εκλεπτυσμένη κι ευγενική.

     Προσπαθώντας να τον μιμηθώ όσο καλύτερα μπορώ, μοιράστηκα το ταμπάκο μαζί του και για μια στιγμή κόντεψα να πεθάνω. Δεν μπορούσα να σταματήσω να φταρνίζομαι. Φαντάζομαι πως ρούφηξα λίγο πιο δυνατά απ’ όσο έπρεπε. Με τα μάτια μου θολά απ’ τα δάκρυα, ένιωσα τον ηλικιωμένο άντρα να στέκεται εκεί χαμογελώντας, μια εμπειρία που παρόμοιά της δεν θα ξαναζήσω ποτέ όσο πατάω τα πόδια μου πάνω σ’ αυτή την άχαρη σφαίρα.


Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 14 Ιουνίου, 8 m.m. EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

Το κείμενό μας για σήμερα ήταν: Αντόν Τσέχωφ, “Ο Θείος Βάνιας

Θέμα: Γράψτε για τη φορά που ξύπνησαν μέσα σας αισθήματα

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.


(Κήπος. Φαίνεται μέρος του σπιτιού με τη βεράντα. Στην αλέα, κάτω από μια γέρικη λεύκα, τραπέζι στρωμένο για τσάι. Πάγκοι και καρέκλες κήπου. Πάνω στον πάγκο ακουμπισμένη μια κιθάρα. Λίγο πιο πέρα από το τραπέζι, μια κούνια. Ώρα περίπου τρεις το απόγευμα. Συννεφιά. Η Μαρίνα, μια παχιά, δυσκίνητη γριούλα, κάθεται κοντά στο σαμοβάρι και πλέκει μια κάλτσα. Ο Αστρώφ πηγαινοέρχεται στην αλέα κοντά της)

ΜΑΡΙΝΑ. (Βάζει τσάι σ’ ένα ποτήρι) Έλα πιες, καλέ μου.

ΑΣΤΡΩΦ. (Παίρνει ανόρεχτος το ποτήρι) Δεν έχω και πολλή όρεξη.

ΜΑΡΙΝΑ. Μήπως μια σταλίτσα βότκα;

ΑΣΤΡΩΦ. Μπα! Δεν πίνω κάθε μέρα βότκα. Είναι κι αυτή η κουφόβραση. (Παύση) Αλήθεια, νένα, πόσα χρόνια γνωριζόμαστε;

ΜΑΡΙΝΑ. (Σκέφτεται) Πόσα; Θεέ μου, πού να θυμάμαι… Εσύ ήρθες στα μέρη μας… μα, πότε ήτανε; Ζούσε ακόμα η Βέρα Πετρόβνα, η μητέρα της Σόνιεσκας. Τους δυο πρώτους χειμώνες που ερχόσουνα στο σπίτι μας, εκείνη ζούσε ακόμα… Δηλαδή, έχουνε περάσει τουλάχιστο έντεκα χρόνια… (Σκέφτεται για μια στιγμή) Μπορεί και παραπάνω…

ΑΣΤΡΩΦ. Έχω αλλάξει πολύ από τότε;

ΜΑΡΙΝΑ. Ουού, βέβαια! Τότε ήσουνα νέος και ωραίος, τώρα έχεις γεράσει. Δεν είσαι πια όμορφος, όπως τότε. Είναι και το άλλο – είναι και η βότκα τώρα.

ΑΣΤΡΩΦ. Ναι… μέσα σε δέκα χρόνια έχω γίνει άλλος άνθρωπος. Γιατί; Γιατί δούλεψα πολύ σκληρά, νένα. Απ’ το πρωί ως το βράδυ στο πόδι είμαι – δεν ξέρω τι θα πει ξεκούραση. Και τη νύχτα, ψόφιος κάτω απ’ τα σκεπάσματα, να φοβάμαι μήπως μ’ αγγαρέψουνε για κανέναν άρρωστο. Όλα αυτά τα χρόνια που σε ξέρω και με ξέρεις, δεν είχα ούτε μια μέρα δικιά μου. Πώς να μη γεράσω! Άλλωστε, κι η ζωή που κάνουμε – πλήξη, ανία, βρομιά… Σε ρουφάει στο τέλμα της μια τέτοια ζωή. Γύρω σου, παντού, κάτι αλλόκοτοι άνθρωποι – πολύ αλλόκοτοι, όλοι τους. Κι όταν ζήσεις μαζί τους ένα δυο χρόνια, γίνεσαι αλλόκοτος κι εσύ, χωρίς να το καταλάβεις. Είναι η μοίρα σου, δεν μπορείς να ξεφύγεις. (Στρίβοντας τα μακριά μουστάκια του) Κοίτα πόσο τ’ άφησα τα μουστάκια μου… Γελοία μουστάκια! Έχω γίνει ιδιόρρυθμος, νένα… Όμως, δόξα τω Θεώ, δεν έχω χαζέψει ακόμα! Τα έχω τα μυαλά μου, όμως τα αισθήματά μου λες κι έχουν νεκρωθεί. Δεν έχω επιθυμία για τίποτα, δεν νιώθω τίποτα, δεν αγαπάω κανέναν. Εκτός από σένα, ίσως, – ναι, εσένα σου ‘χω ακόμα αδυναμία. (Τη φιλάει στα μαλλιά) Όταν ήμουνα παιδί, είχα κι εγώ μια νταντά σαν κι εσένα.

ΜΑΡΙΝΑ. Δεν θα φας κάτι;

ΑΣΤΡΩΦ. Όχι. Ξέρεις, τη μεγάλη Σαρακοστή πήγα στο Μαλίτσκοϊε – η Τρίτη βδομάδα ήταν, θυμάμαι, τότε που είχε πέσει η επιδημία. Εξανθηματικός τύφος… Μέσα στα καλύβια μουζίκοι στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον… Βρόμα, δυσωδία, θολούρα… Και τα μοσχάρια στο πάτωμα, ανάκατα με τους ανθρώπους… και τα μικρά γουρούνια, κι αυτά στη μέση. Παιδεύτηκα όλη μέρα, ούτε στιγμή δεν στάθηκα και δεν έβαλα μπουκιά στο στόμα. Αλλά κι όταν γύρισα στο σπίτι, δεν πρόλαβα να πάρω ανάσα. Μου φέραν έναν εργάτη από τους σιδηροδρόμους. Τον ξάπλωσα στο κρεβάτι να τον χειρουργήσω, κι αυτός μου πέθανε στα χέρια, την ώρα που του έδινα τη νάρκωση. Και τότε ακριβώς, πάνω στην κακιά την ώρα, ξύπνησαν μέσα μου τα αισθήματά μου κι η συνείδησή μου άρχισε να με βαραίνει, λες και τον είχα σκοτώσει εγώ επίτηδες… Κάθισα, έκλεισα τα μάτια – να, έτσι, και βυθίστηκα σε σκέψεις. Αυτοί που εμείς σήμερα τους ανοίγουμε το δρόμο, θα μας θυμούνται άραγε; Θα λεν’ έναν καλό λόγο και για μας; Όχι, νένα, δεν θα μας θυμούνται, και να το ξέρεις.

ΜΑΡΙΝΑ. Και να μη μας θυμούνται οι άνθρωποι, θα μας θυμάται ο Θεός.

ΑΣΤΡΩΦ. Έτσι μπράβο! Καλά το είπες.

Αντόν Τσέχωφ. Ο Θείος Βάνιας (Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές)


Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 24 Maḯou, 8 m.m. EEST

Σας ευχαριστώ σε όλους που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία!

Το κείμενό μας ήταν το ποίημα «O Τζίτζικας» του Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ.

Το θέμα πάνω στο οποίο η ομάδα κλήθηκε να ανταποκριθεί γραπτώς ήταν «Όταν φυσάει ένα αεράκι…».

Οι διαφορετικές αναγνώσεις, οι ποικίλες ερμηνείες και η εκφραστική ιδιοσυστασία των μελών της ομάδας άνοιξαν νέα παράθυρα τόσο στην πρόσληψη των νοημάτων του ποιήματος όσο και στη μεταξύ μας σύνδεση.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.


O Τζίτζικας

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Μέσα μου χιλιάδες τραγούδια στοιβάζονται καλοκαιρινά. Ανοίγω το στόμα μου και μες στο πάθος μου προσπαθώ να τους βάλω μια σειρά. Τραγουδώ. Άσχημα. Αλλά χάρη στο τραγούδι μου ξεχωρίζω από τις φλούδες των κλάδων και από τ’ άλλα άφωνα ηχεία της φύσης. Η απέριττη περιβολή μου –γκρίζα κι ασβεστένια– μου αποκλείει κάθε παραφορά αισθητισμού κι έτσι αποκομμένος απ’ τα φανταχτερά πανηγύρια του χρόνου, τραγουδάω. Άνοιξη, Πάσχα και βιολέτες δε γνωρίζω. Τη μόνη ανάσταση που ξέρω είναι όταν μόλις σηκώνεται κάποιο αεράκι και δροσίζει λίγο τη φοβερή κάψα της ζωής μου. Τότε παύω να ουρλιάζω –ή να τραγουδάω όπως νομίζει ο κόσμος– γιατί το θαύμα μιας δροσιάς μέσα μου βαθιά λέει περισσότερα απ’ όλα όσα δημιουργώ για να μην πεθάνω από τη ζέστη.

(Eνάντιος Έρωτας, 1982)


Ευανθία Σούτογλου, Νεράντζι και τζιτζίκι (1997)

Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Tríti 12 Maḯou, 8 m.m. EEST

Η πρώτη συνεδρία Αφηγηματικής Ιατρικής στα Ελληνικά έφερε κοντά είκοσι και πλέον συμμετέχουσες και συμμετέχοντες από Ελλάδα και Ηνωμένες Πολιτείες: από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα, τα Τρίκαλα και την Κρήτη, μέχρι την Αριζόνα και τη Νέα Υόρκη!

Το κείμενό μας ήταν το ποίημα «Τα Παράθυρα» του Κ.Π. Καβάφη. Ο κυρίαρχος συμβολισμός του παραθύρου ως διέξοδος αλλά και ως απειλή αποτέλεσε σημείο αφετηρίας μιας συναρπαστικής συζήτησης  πάνω σε ένα ποίημα βαθιά υπαρξιακό, διαχρονικό, αλλά και, προσφάτως, εξόχως επίκαιρο. Μιλήσαμε για τα «παράθυρα» που προσμένουμε να ανοίξουν, ώστε να ρίξουν φως στις σκοτεινές γωνιές της κεκλεισμένων των θυρών ζωής μας το τελευταίο διάστημα, στα άδυτα του εαυτού μας, αλλά κι εκείνα που, ομοίως με το ποιητικό υποκείμενο, ευχόμαστε να μην ανοίξουν ποτέ, καθώς το φως που θα περάσει μέσα ίσως φέρει μια «νέα τυραννία.»

Οι σκέψεις που εκφράστηκαν προσέγγισαν την κεντρική προβληματική του ποιήματος, και πιο συγκεκριμένα την αίσθηση εγκλωβισμού και αδιεξόδου, εξερευνώντας τόσο τις φιλοσοφικές όσο και τις κλινικές προεκτάσεις της:  το επώδυνο ταξίδι προς την ανάδυση στο φως, δηλαδή την αυτογνωσία· τις μεταφυσικές ή/και θρησκευτικές διαστάσεις της «παρηγορίας» ως αναπόσπαστο κομμάτι της παροχής φροντίδας· τις «σκοτεινές κάμαρες» της νόσου, συνοδευόμενες από τον πόνο των αλλαγών που επιφέρουν, ως την τελική «έξοδο»—την ίαση, την αποδοχή, ή ακόμα και τον θάνατο. Καταδυθήκαμε στα σκοτεινά βάθη του Άλλου ως τυράννου του Εαυτού, και ρίξαμε φως στην ύπαρξη του Άλλου ως διέξοδο, έστω και αβέβαιη, διότι «ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει».

Το θέμα πάνω στο οποίο η ομάδα κλήθηκε να ανταποκριθεί γραπτώς ήταν «Όταν ανοίξει ένα παράθυρο…».  Τα συγκινητικά κείμενα που προέκυψαν έφεραν στην επιφάνεια το άγγιγμα και την αμφισημία του ως απειλητικό αλλά και επουλωτικό. Αναδείχθηκε η μεταφυσική διάσταση του περάσματος, το σκοτάδι ως τέλος και αρχή, αλλά και η γενναιότητα της μοναξιάς που ελλοχεύει στο σκοτάδι. Ο τρόπος που οι συμμετέχοντες και οι συμμετέχουσες ανέδειξαν τη σημασία του βλέμματος ως ένα παράθυρο επικοινωνίας θεραπευτή και θεραπευομένου, γιατρού και ασθενούς, ήταν απόλυτα καθηλωτικός. Προς το τέλος,  ζωντάνεψαν μπροστά μας μυρωδιές και χρώματα που φανταστήκαμε να περνούν μέσα από «λευκές κουρτίνες» που ανεμίζουν πίσω από παράθυρα ορθάνοιχτα, να μας θυμίζουν ότι η ζωή αναπόφευκτα συνεχίζεται, μα κι ένα «πρόσεχε!» κάθε φορά που ένα παράθυρο ανοίξει.

Οι διαφορετικές αναγνώσεις, οι ποικίλες ερμηνείες και η εκφραστική ιδιοσυστασία των μελών της ομάδας άνοιξαν νέα παράθυρα τόσο στην πρόσληψη των νοημάτων του ποιήματος όσο και στη μεταξύ μας σύνδεση.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ (1863-1933)
Τα παράθυρα

Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για νά’βρω τα παράθυρα.— Όταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.—
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τά’βρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.
 
(Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος, 1984)
Όπυ Ζούνη