Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου, 7:30 m.m. EEST

Σας ευχαριστούμε που συμμετείχατε σε αυτήν τη συνεδρία.

Το κείμενό μας για σήμερα ήταν: Αχιλλέας Κυριακίδης, “Σώμα

Θέμα: Γράψτε την ιστορία ενός πόνου

Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτήν τη συνεδρία, γι ‘αυτό επιστρέψτε ξανά.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τα γραπτά σας μαζί μας παρακάτω.

Καλούμε όλες και όλους που συμμετείχατε να μοιραστείτε όσα γράψατε κατά τη διάρκεια της συνεδρίας μας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτησή μας ζωντανή, υπενθυμίζοντάς σας, βεβαίως, ότι αυτή είναι μια δημόσια πλατφόρμα και η πρόσβαση ανοιχτή στο κοινό.

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα  για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων!

Ακολουθήστε τον σύνδεσμο: https://tinyurl.com/nmedg-survey


Απόσπασμα από τη νουβέλα Σώμα του Αχιλλέα Κυριακίδη (Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2017).

Ένας πόνος.

Είχε αρχίσει από νωρίτερα, ύπουλος, ένα ελαφρά γλυκό γουργούρισμα που έφερνε γύρους στην κοιλιά του σαν κάτι να ‘ψαχνε την έξοδο, κι ύστερα, ενώ συνέχιζε το βάδισμα, η απελπισία αυτού του «κάτι» το ‘φερε να χτυπάει στα τοιχώματα και να φωνάζει με τη μόνη γλώσσα που ήξερε, μια αιχμηρή, παρατεταμένη σουβλιά, νότια-νοτιοανατολικά.

       Η περιτονίτις αποσοβήθηκε εγκαίρως, χάρη σ’ έναν γενναιόδωρο οδηγό ταξί που τον πήγε αμισθί στο Πρώτων βοηθειών, τότε γωνία Καποδιστρίου και 3ης Σεπτεμβρίου, κι από κει, με το γνωστό αλαλάζον ερυθρόλευκο όχημα, ο Μάρτης διακομίστηκε στο Ιπποκράτειο.

       Θυμάται το φορείο, την παγωνιά στο χειρουργείο, τον πόνο που δεν έλεγε να πάψει να του σκίζει τα σωθικά, κι ότι με το που έφερε ακριβώς αυτή τη λέξη στο μυαλό του, αμετανόητος, έψαξε να ‘βρει κάποια σκοτεινή ετυμολογία, κι ύστερα έπαιξε με τους τονισμούς και «σώθηκα» σκέφτηκε, γιατί ήδη κάποιος έσκυβε από πάνω του και τον ρωτούσε.

       «Μαρτινιανός Σταύρου».

       «Πώς;»

       «Μαρτινιανός. Σταύρου».

       «Μην ανησυχείς, Μα… τρινιανέ».

       Δεν πρόλαβε ούτε να διορθώσει ούτε ν’ ανησυχήσει, γιατί μια αιθέρια μάσκα έπεσε στο πρόσωπό του και τον γέμισε ύπνο.

       Δεν ήταν η πρώτη του χειρουργική επέμβαση. Έξι χρονών, αμυγδαλές, έφαγε τα περισσότερα παγωτά που θυμάται να ‘χει φάει μέσα σε πέντε μέρες, και διάβασε το πρώτο Κλασσικό Εικονογραφημένο* που η μυρωδιά του έμελλε να τον συνοδεύει σε κάθε διαφυγή του από λογής υπονόμους, στο θάνατο κάθε Φαντίνας—η μυρωδιά, και η εικόνα ενός καπέλου που επέπλεε στο ποτάμι, σηματοδοτώντας τον αμετάκλητο πνιγμό του Κακού.

Τώρα, στο διπλανό κρεβάτι του Ιπποκρατείου, ένας αποστεωμένος γέροντας πονούσε σε μια γλώσσα γοητευτικά ακατάληπτη. Ο Μάρτης προσπάθησε να αποκρυπτογραφήσει έστω και μια λέξη από το αδιάλειπτο παραλήρημα του γείτονα, αλλά χρειάστηκε να εμφανιστεί, έστω και διάττουσα, η εξίσου γηραιά σύζυγος;, αδελφή;, του πάσχοντος, για να καταλάβει (έστω από μισόλογα, αλλά εύληπτα) πως όλες οι κατάρες, οι βλαστήμιες και οι προσευχές του γέροντα κατάγονταν από μια περιοχή χαμένη σε κάτι ανερεύνητα εδάφη των βαθύτερων Βαλκανίων που, ακριβώς επειδή καμία χώρα δεν ασχολήθηκε με το να τα διεκδικήσει, είχαν αφεθεί χωρίς αντίσταση να τα τεμαχίσουν τριεθνείς συνοριακές διευθετήσεις.

       Πώς και γιατί είχε βρεθεί αυτός ο εξωτικός άνθρωπος σ’ ένα νοσοκομείο των Αθηνών, πώς είχε συνεννοηθεί με τους θεράποντες ουσία άλαλος, τι του ήταν η γυναίκα που διερμήνευε τους πόνους του, στεκόταν λίγο στο ιδρωμένο του προσκέφαλο κι ύστερα κοίταζε το ρολογάκι της, χαιρετούσε τον Μάρτη με συντρίμμια ελληνικών κι έφευγε σαν να την περίμενε ένα χρέος πιο σημαντικό από τη ζωή ενός άλλου που της ήταν τι;, σύζυγος;, αδελφός;, τίποτα;

       Όταν πήραν τον ξένο για να τον κόψουν εκεί όπου είχαν δείξει οι εξετάσεις, ο Μάρτης, μόνος σ’ ένα θάλαμο τεσσάρων κλινών, οι δύο κενές εξ υπαρχής, θυμήθηκε ένα διήγημα του Αμερικανού Κρίστιαν Γκρέινβιλ, για κάποιον που αφικνείται σ’ ένα αεροδρόμιο όπου ομιλείται μια σκληρή, αφωνήεσσα γλώσσα, και μόνο στο τέλος του διηγήματος ο αναγνώστης συνάγει ότι αυτό το αεροδρόμιο είναι ο θάνατος, ότι αυτό ακριβώς είναι ο θάνατος: η αδυναμία επικοινωνίας και συνεννόησης με τους άλλους. Τι σοφή που είναι αυτή η λέξη, «συνεννόηση», σκέφτηκε, και γι’ άλλη μια φορά ευχαρίστησε τον ανώνυμο έλληνα λογοπλάστη.