κείμενο: Οι Μικροαστοί (Μαξίμ Γκόρκι)
θέμα: “Καμιά φορά τους κοίταζα και ήταν αδύνατο να πιστέψω πως…”
Σύντομα θα μοιραστούμε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη συνεδρία, οπότε μείνετε συντονισμένοι.Καλούμε όσες και όσους συμμετείχατε να αναρτήσετε τα κείμενά σας παρακάτω (“Leave a reply”) και να κρατήσουμε ζωντανή αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτηση. Σας υπενθυμίζουμε ότι πρόκειται για δημόσια πλατφόρμα με ανοιχτή πρόσβαση.
Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεων: Survey about Narrative Medicine Live Virtual Group Sessions
Ζωγραφική: “Θάλασσα και βροχή” (Τζέιμς Μακνίλ Γουίστλερ)
Η Έλενα συλλογισμένη. Μιλάει στον Τετερέφ, τον ψάλτη και οικότροφο του σπιτιού.
Ξέρετε στην πόλη που ζούσα, πριν έρθω εδώ, ο άντρας μου ήταν Διευθυντής των φυλακών. Πήγαινα λοιπόν συχνά κι έβλεπα τους φυλακισμένους. Τους αγαπούσα και τους φρόντιζα όσο μπορούσα. Ο άνδρας μου ήταν χαρτοπαίκτης. Έπινε πολύ και πήγαινε συχνά στο κυνήγι. Ήταν μια μικρή επαρχιακή πόλη… Οι άνθρωποι εκεί ήταν… πώς να το πω… σαν σε διαθεσιμότητα. Ήμουνα λεύτερη, δεν έκανα όμως επισκέψεις κι ούτε δεχόμουνα κανέναν. Προτιμούσα να περνάω τον καιρό μου με τους φυλακισμένους… Όλοι τους μ’ αγαπούσαν!… Αλήθεια!… Κι είναι όλοι τους τόσο παράξενοι άμα τους δεις από κοντά!… Είναι άνθρωποι εξαιρετικά απλοί και αγαθοί, σας βεβαιώνω. Καμιά φορά τους κοίταζα και ήταν αδύνατο να πιστέψω πως τούτος εδώ σκότωσε… πως εκείνος έκλεψε… πως ο άλλος είχε κάνει κάποιο άλλο έγκλημα. Κάποτε ρωτούσα κανέναν απ’ αυτούς: «Αλήθεια, εσύ σκότωσες;» «Ναι, σκότωσα, καλή μου Έλενα Νικολάγενα, σκότωσα. Τι να γίνει;» Και μου φαίνονταν πως αυτός ο δολοφόνος είχε φορτωθεί το έγκλημα κάποιου άλλου… Πως αυτός ήταν η πέτρα, να πούμε, όμως το χέρι που την έριξε ήταν αλλουνού. Τους αγόραζα διάφορα βιβλία… τους μοίραζα στα κελιά τους τράπουλες, τάβλια… Τους πήγαινα καπνό και κρασί ακόμα, αλλά πολύ λίγο… Στον περίπατο παίζανε μπάλα… ομάδες… Διασκεδάζανε σαν παιδιά! Αλήθεια σας λέω!… Τους αγόραζα και πουλιά. Κάθε κελί είχε και το δικό του κλουβί. Και τ’ αγαπούσαν… όπως κι εμένα!… Τους άρεσε, ξέρετε, φοβερά να με βλέπουν να φοράω τίποτα χτυπητά χρώματα… Κόκκινα, κίτρινα, να πούμε… Αγαπούσαν πολύ τα χαρούμενα χρώματα… και γω για να τους ευχαριστήσω φορούσα τα πιο παρδαλά φορέματα!… (Αναστενάζει) Διασκέδαζα ωραία μαζί τους! Κοντά σ’ αυτούς η ζωή μου είχε κάποιο νόημα, κάποιο σκοπό. Πέρασαν τρία χρόνια χωρίς να το καταλάβω. Και όταν ο άντρας μου έπεσε από τ’ άλογο και σκοτώθηκε… δεν έκλαψα τόσο γι’ αυτόν, όσο τη φυλακή… Λυπόμουνα κατάκαρδα που θα την άφηνα… Μα κι οι φυλακισμένοι… και κείνοι λυπόντουσαν!..
