Ζωντανή συνεδρία αφηγηματικής ιατρικής: Κυριακή 18Ιανουαρίου στις, 8:00 μ.μ. [EEST]  

Κείμενο: ” Η γλώσσα” (Μιχάλης Μακρόπουλος)

Θέμα: “Γράψτε για μια κουβέντα χωρίς λόγια”

Θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα για την εμπειρία σας με αυτές τις συνεδρίες. Αν το επιθυμείτε, παρακαλούμε αφιερώστε λίγο χρόνο σε μια σύντομη έρευνα δύο ερωτήσεωνSurvey about Narrative Medicine Live Virtual Group Sessions


Η γλώσσα (Μιχάλης Μακρόπουλος)

Μες στα γαβγίσματα, άκουσε το ποδήλατό της απέξω. Ήταν παλιό και σκουριασμένο.

Μπήκε στην κουζίνα, «Μη σηκώνεσαι», του είπε και τον φίλησε. «Πήγατε στην παραλία;»

Το ρώτησε έτσι, για να κάνει κουβέντα, αλλά ήξερε την απάντηση· είχε δει έξω τις γαλότσες του, βρεμένες ακόμα, και μ’ άμμο και φύκια κολλημένα πάνω, και το υγρό του πανωφόρι κρεμασμένο στον γάντζο μέσ’ από την πόρτα.

«Κόπηκες ξανά», του ’πε τρυφερά, αγγίζοντας το κόψιμο στο πιγούνι του. «Το ξυραφάκι έχει στομώσει».

«Έχουμε άλλο;»

«Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να βρεις ξυραφάκι. Να προσέχεις. Άμα θες, σε ξυρίζω εγώ –σ’ το ’χω πει τόσες φορές».

«Μ’ αρέσει να ξυρίζομαι μόνος μου. Βλέπω το πρόσωπό μου όταν το πασπατεύω. Το ξύρισμα είναι ο καθρέφτης μου».

«Όπως θες. Ήσουν ξεροκέφαλος απ’ όταν σε γνώρισα, και δεν πρόκειται ν’ αλλάξεις. Πήρα Συνφούντ», είπε ύστερα. «Κι ανακυκλωμένο Συνφούντ για τον Μαύρο. Δεν βρίσκεις τίποτ’ άλλο στην αγορά».

«Το Συνφούντ είναι τ’ αγαπημένο μου φαγητό», της είπε χαμογελώντας.

«Σάμπως τρώμε κάτι άλλο;»

«Γι’ αυτό είναι το αγαπημένο μου».

«Κάτσε να φέρω πιάτα και μαχαιροπίρουνα».

Το Συνφούντ δεν χρειαζόταν πιάτο, ούτε μαχαίρι και πιρούνι για να το φας. Μπορούσες απλώς να το ξετυλίξεις, να φας όση ήθελες από την πλάκα και να τυλίξεις ξανά την υπόλοιπη. Όμως της άρεσε να τρώνε σε πιάτα και να κόβουν και να πιρουνιάζουν το φαγητό. Ήταν ό,τι το έκανε να ’ναι αληθινό γεύμα. Ύστερα θα πήγαινε τα δυο πιάτα και τα μαχαιροπίρουνα στην παραλία και θα τα καθάριζε τρίβοντάς τα με άμμο.

Κάθισε αντίκρυ του στο τραπέζι. Έκοψε μια γωνιά της πλάκας και τη μάσησε αργά. Ήταν άγευστη αλλά όχι κι άσχημη. Ή μπορεί να την είχε συνηθίσει απλώς.

«Άκουσες τις ειδήσεις;» τον ρώτησε.

«Όχι. Τι έγινε;»

«Μεγάλη νίκη της Ευρωασιατικής Συμμαχίας στη Γροιλανδία, χιλιάδες νεκροί», του είπε τηλεγραφικά.

Δεν ήξερε τι να της απαντήσει –πλέον, δεν ήξερε ποτέ τι να πει, όποτε του έλεγε κάποια είδηση. Ήθελε να ’χει γνώμη για ό,τι μάθαινε, όπως παλιότερα· όμως του φαινόταν πια πως οι μύριες εξηγήσεις για καθετί αναιρούσαν η μια την άλλην, έτσι θα μπορούσε να ισχυριστεί οτιδήποτε ή το αντίθετό του, κι όλα θα ίσχυαν και δεν θα ίσχυαν εξίσου. Αλλά του άρεσε, που η Λένη ερχόταν με νέα –δεν είχε σημασία αν ήταν τρομερά· ούτως ή άλλως μίκραιναν πάντα, ώστε να γίνουν κουβέντα στο τραπέζι. Το νόημα που ’χε ο μικρός τους κόσμος ήταν φτιαγμένο από τις λέξεις της κι από το τρίξιμο του σκουριασμένου της ποδήλατου, τα γαβγίσματα του σκύλου, το κουδούνισμα που έκαναν τα μαχαιροπίρουνά τους πάνω στα πιάτα καθώς έκοβαν και πιρούνιαζαν το φαγητό, κι ας μη χρειαζόταν κόψιμο και πιρούνιασμα.